Η Πολιτική Οικολογία αναπτύσσεται ως ένα αυτόνομο επιστημονικό πεδίο μετά τη δεκαετία του 1960 και κυρίως από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 ως μια κριτική τοποθέτηση απέναντι σε έναν συγκεκριμένο περιβαλλοντισμό εκείνης της περιόδου και των «απολίτικων» εμμονών τους με τον «υπερπληθυσμό» και την εξάντληση των υποθετικά εξαντλούμενων- φυσικών πηγών και κυρίως απέναντι στην οικολογία της αρμονίας. Η Σούζαν Πόλσον (Susan Paulson) δίνει έναν συγκεκριμένο ορισμό για αυτό το ρεύμα αρκετά αργότερα, το 2015, λέγοντας ότι το αναλυτικό ερώτημα της Πολιτικής Οικολογίας είναι η κατανόηση της συνεχούς και αλληλένδετης παραγωγής της φύσης και της κοινωνίας, αλλά και τον μετασχηματισμό συγκεκριμένων κοινωνικών-οικολογικών σχέσεων.
Κατά τη γνώμη μου αυτή είναι η πρώτη ευθεία σύνδεση του μαρξισμού με την πολιτική οικολογία. Αν θέσουμε το απόσπασμα από το τεύχος της Ουτοπίας του 1997 δίπλα δίπλα με τον ορισμό της Πόλσον θα δούμε ότι πρόκειται για την ίδια προσπάθεια κατανόησης των σχέσεων ανθρώπου-φύσης όχι ως άμεσες αλλά ως διαμεσολαβούμενες από την κοινωνική πραγματικότητα, δηλαδή από τις σχέσεις παραγωγής στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία.
Αυτή τη σχέση την αποτυπώνει εξαιρετικά ο Ευτύχης Μπιτσάκης στο κείμενο του «Οικολογία: Μια μαρξιστική προσέγγιση» στο τεύχος της Ουτοπίας το 1997. Γράφει ο Μπιτσάκης:
«Η θεμελιώδης αντίθεση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής είναι η αντίθεση κεφαλαίου και εργασίας (...) Στη βάση της θεμελιώδους και μη αναγόμενης αυτής αντίθεσης, γεννιούνται μια σειρά παράγωγες ή δευτερεύουσες αντιθέσεις. Μια παράγωγη και κάποτε δευτερεύουσα αντίθεση μπορεί, εν τούτοις, να μετατραπεί σε δεσπόζουσα, σε κυρίαρχη αντίθεση. Αυτό έγινε στις μέρες μας με την αντίθεση ανθρώπου-φύσης».
Τον ίδιο λόγο και ίσως με πιο έμμεσο τρόπο εκφράζει η Πολιτική Οικολογία. Είναι εκ φύσεως ριζοσπαστική καθώς έρχεται σε αντίθεση με οντολογικές αφηγήσεις και αναπαραστάσεις της φύσης και νομοτελειακές προσεγγίσεις των σχέσεων κοινωνιών - φύσης. Εισάγει στοιχεία από την πολιτική οικονομία, τις μετά-αποικιοκρατικές σπουδές, τις σπουδές φύλου, την κοινωνική ανθρωπολογία, τη θεωρία κοινωνικών κινημάτων και τις θεωρίες εξάρτησης που αναπτύσσονται μετά το 1968. Έτσι, αναπτύσσεται σε έναν άμεσο «διάλογο» με την έντονη κοινωνική κίνηση της ίδιας περιόδου. Την περίοδο 1960-1970 τα «νέα κοινωνικά κινήματα» έρχονται στο προσκήνιο με τις εξεγέρσεις στους δρόμους της Πόλης του Μεξικού, του Παρισιού και του Λος Άντζελες. Η Πολιτική Οικολογία ενσωματώνει συμπεράσματα από όλη την κοινωνική κίνηση της περιόδου και παράγει νέα θεωρητικά και ερευνητικά ερωτήματα.
Κατά τη γνώμη μου αυτή είναι η δεύτερη ευθεία σύνδεση του μαρξισμού με την πολιτική οικολογία. Πρόκειται για ιδέες που γεννιούνται εν τη κινήσει, σε μια προσπάθεια κατανόησης του κόσμου ενώ αυτός κινείται μέσα στην ιστορία.
Όμως αυτή η κοινωνική κίνηση, ειδικά στον τομέα του περιβάλλοντος δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι γίνεται αδιαμεσολάβητα. Γίνεται μέσα από τα περιβαλλοντικά κινήματα. Η αφετηρία συγκρότησης κοινωνικών κινημάτων για το περιβάλλον είναι είτε ο αποκλεισμός από τα περιβαλλοντικά αγαθά, είτε η άνιση κατανομή του περιβαλλοντικού κόστους από τις παραγωγικές δραστηριότητες. Οι άνθρωποι σε αυτές τις περιπτώσεις κινητοποιούνται συλλογικά, συγκροτούν προσωρινές ή μόνιμες «κοινότητες» και διεκδικούν τα μέσα και τους όρους για την πρόσβαση στο περιβάλλον, τον έλεγχο των φυσικών πηγών και την ποιότητα της ζωής και της κοινωνικής τους αναπαραγωγής. Τα περιβαλλοντικά κινήματα δημιουργούν χώρους (μερικής) αυτονομίας, δημοκρατικών διαδικασιών, συλλογικού ελέγχου των κοινών πόρων, αλληλεγγύης και κοινωνικής προστασίας. Μπορούν να δημιουργήσουν ακόμα και προσωρινούς χώρους δράσης «εκτός ή πέρα» από τις καπιταλιστικές σχέσεις, ενισχύοντας διαδικασίες αυτοοργάνωσης και εναλλακτικούς τρόπους εξυπηρέτησης των κοινωνικών αναγκών.
Κατά τη γνώμη μου αυτή είναι η τρίτη ευθεία σύνδεση του μαρξισμού με την πολιτική οικολογία. Το περιβάλλον κατανοείται όχι ως ένας χώρος που τους χωράει όλους αλλά ως ένας χώρος διεκδίκησης. Η φύση διαπραγματεύεται και παράγεται, όπως υποστηρίζω, συγκρουσιακά.
Κλείνοντας, υποστηρίζω πως είναι αδύνατο να φανταστούμε μια οικοσοσιαλιστική εναλλακτική στην τρέχουσα διαδικασία καταστροφής των φυσικών θεμελίων της ζωής στον πλανήτη, χωρίς να λάβουμε υπόψη την κριτική του Μαρξ στον καπιταλισμό, στην τυφλή λογική της αξίας, στη βάναυση υποταγή τόσο των ανθρώπων όσο και της φύσης στη λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Και δεν μπορούμε να οραματιστούμε ένα κομμουνιστικό μέλλον χωρίς να αναφερθούμε στις προτάσεις τους: συλλογικοποίηση των μέσων παραγωγής, παραγωγή αξιών χρήσης και όχι ανταλλακτικών αξιών, δημοκρατικός σχεδιασμός της παραγωγής και της κατανάλωσης. Τότε (μέσα από την πράξη μας), ίσως μπορούμε να αναγνωρίσουμε τον Μαρξ ως πρόδρομο της οικολογίας.
Περίληψη της ομιλίας του Γιώργου Βελεγράκη, διδάσκοντα περιβαλλοντικής κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης, στο θέμα «Για έναν κομμουνισμό του πεπερασμένου. Το περιβαλλοντικό ζήτημα μέσα από τη ματιά του μαρξισμού» στο δεύτερο θεματικό κύκλο της ημερίδας για τον μαρξιστή θεωρητικό Ευτύχη Μπιτσάκη που διοργάνωσε η οργάνωση "Κομμουνιστική Απελευθέρωση" στις 14 Δεκεμβρίου 2025 για την εφημερίδα ΠΡΙΝ του Σαββατοκύριακου 3 και 4 Ιανουαρίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου