Συνεπής στην ακολουθουμένη αντιφατική και μυωπική περιβαλλοντική πολιτική, η κυβέρνηση, αφού «αναπτύσσει» τη χώρα μέσω εξορύξεων υδρογονανθράκων σε θάλασσες και στεριές και «γεμίζει» την ατμόσφαιρα με ορυκτά αέρια και ρύπους, επενδύει τώρα στο «επιχειρείν» της δέσμευσης και αποθήκευσης του CO2.
Μια επιπλέον αγορά στα πλαίσια της ενεργειακής αγοράς, που έχει μετατρέψει κάθε κοινωνικό αγαθό σε εμπόρευμα υψηλής απόδοσης.
Αφού εισέπραξε αμερικανικά εύσημα και αναγνώριση για την επιδειχθείσα προθυμία μετατροπής της χώρας σε «πολυκόμβο» (ενεργειακό, μεταφοράς LNG κλπ.), στο μεγάλο καλάθι της ενεργειακής εμπορευματοποίησης, προσέθεσε έναν ακόμη «κόμβο»: το μεσογειακό κόμβο CCS (carbon capture and storage hub).
Μέσω του Διαχειριστή του Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου (ΔΕΣΦΑ), που ελέγχεται κατά 60% από ξένα κεφάλαια, κρατικά και ιδιωτικά (35,6% η ιταλική SNAM, 12% η ισπανική ENAGAS και 12% η βέλγικη FLYXYS), παρουσιάστηκε στο ICM Forum 2025 το πρόγραμμα ApolloCO, πρώτο έργο συγκέντρωσης (aggregation) CO2 σε επίπεδο midstream στη Νότια Ευρώπη, ανοικτής πρόσβασης, που θα συνδέει μεγάλους ρυπαντές με τον Πρίνο και άλλους μεσογειακούς χώρους αποθήκευσης. Το CO2 θα μεταφέρεται στον τερματικό σταθμό LNG της Ρεβυθούσας, θα υγροποιείται και θα μεταφέρεται με πλοία στον Πρίνο και σε άλλους χώρους αποθήκευσης.
Εγκαταστάσεις CCS, τεχνολογικά ορια και κίνδυνοι
Μια από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS), η Gorgon της Chevron στην Αυστραλία, κατέγραψε τη χαμηλότερη απόδοση από την έναρξή λειτουργίας το 2019.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρείχε η ίδια Chevron, το 2024-25 η εγκατάσταση δέσμευσε και αποθήκευσε περίπου 1,33 εκατ. τόνους CO2, σε σύγκριση με ονομαστική δυναμικότητα 4 εκατ. (ένα τρίτο), και κυρίως έναντι συνολικών εκπομπών περίπου 50 εκατ. τόνων που παράγονται ετησίως από την εξόρυξη, επεξεργασία και καύση του αερίου που σχετίζεται με το έργο.
Η απόκλιση μεταξύ προβλέψεων και αποτελεσμάτων αναδεικνύει ένα ζήτημα αξιοπιστίας της τεχνολογίας CCS.