Άρθρο του Ειρηναίου Μαράκη, πρώην δημοτικού συμβούλου με την «Ανταρσία στα Χανιά», μέλους της ΚΕΕΡΦΑ:
Η αποχώρηση της Belvedere από τον λόφο Καστέλλι αποτελεί αναμφίβολα μια σημαντική νίκη. Δεν σηματοδοτεί, όμως, μόνο την υποχώρηση ενός επενδυτικού σχεδίου, αλλά ανοίγει και μια σημαντική συζήτηση για το πώς γράφεται η ιστορία αυτής της σύγκρουσης, ποιοι πρωταγωνίστησαν σε αυτήν και ποια πολιτικά συμπεράσματα αφήνει για τους αγώνες που βρίσκονται μπροστά μας.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά την απόδοση ευσήμων, αλλά κάτι ουσιαστικότερο: τη σχέση ανάμεσα στους κοινωνικούς αγώνες και τις θεσμικές εξελίξεις. Αφορά το αν οι μεγάλες πολιτικές ανατροπές παρουσιάζονται ως αποτέλεσμα πρωτοβουλιών «από τα πάνω» ή αν αναγνωρίζεται ότι γεννήθηκαν, διαμορφώθηκαν και επιβλήθηκαν από τη συλλογική δράση των «από κάτω». Και αυτό δεν αποτελεί ιστορική λεπτομέρεια, αλλά το βασικό πολιτικό συμπέρασμα κάθε σημαντικής κοινωνικής σύγκρουσης.
Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει μετά τις τελευταίες εξελίξεις, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα από αυτά τα συμπεράσματα. Το πρώτο αφορά τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η στάση του Πολυτεχνείου Κρήτης τα προηγούμενα χρόνια. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι το Πολυτεχνείο Κρήτης, αλλά και συνολικά τα Χανιά, εγκλωβίστηκαν στο ζήτημα των κτιρίων στον λόφο Καστέλλι εξαιτίας των πολιτικών της Νέας Δημοκρατίας. Η διατύπωση αυτή δεν αποδίδει με ακρίβεια όσα συνέβησαν. Το Πολυτεχνείο Κρήτης, δηλαδή η προηγούμενη διοίκησή του, δεν εγκλωβίστηκε σε μια κατάσταση που του επιβλήθηκε από τις συνθήκες, αλλά ακολούθησε μια στρατηγική επιλογή με σαφή πολιτικό προσανατολισμό. Το ξεπούλημα και η ιδιωτικοποίηση του λόφου Καστέλλι αποτέλεσαν συνειδητή πολιτική επιλογή της διοίκησης Διγαλάκη και των επόμενων διοικήσεων, πλήρως εναρμονισμένη με τις πολιτικές της Νέας Δημοκρατίας και τη συνολικότερη λογική που αντιμετωπίζει τη δημόσια περιουσία ως πεδίο επιχειρηματικής αξιοποίησης. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν ουδέτερος παρατηρητής αυτής της διαδικασίας, αλλά ο βασικός πολιτικός εκφραστής μιας στρατηγικής που αντιμετωπίζει τη δημόσια περιουσία, τους ελεύθερους χώρους και τα κοινωνικά αγαθά ως πεδία ιδιωτικής κερδοφορίας. Η επιλογή ήταν ξεκάθαρη: η παράδοση ενός ιστορικού δημόσιου χώρου σε επιχειρηματικά συμφέροντα, αδιαφορώντας για τις κοινωνικές ανάγκες, την ιστορική μνήμη και το δικαίωμα των κατοίκων να αποφασίζουν για το μέλλον της πόλης τους. Η επισήμανση αυτή δεν γίνεται για να αποδοθούν εκ των υστέρων ευθύνες. Γίνεται γιατί, αν δεν αναγνωρίζουμε τον πραγματικό χαρακτήρα μιας πολιτικής επιλογής, είναι αδύνατο να κατανοήσουμε και τον τρόπο με τον οποίο αυτή ανατράπηκε. Και εδώ βρίσκεται το δεύτερο, ίσως σημαντικότερο, συμπέρασμα.






