Το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου είναι μια μεγάλη έκταση στο δυτικό κομμάτι του Λεκανοπεδίου, που μπορεί να θεραπεύσει την “αρρώστια” της Αθήνας. Ότι δηλαδή ήταν και παραμένει η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με το λιγότερο πράσινο. Η αναδάσωση μεγάλου τμήματός του που είναι γυμνό, σε συνδυασμό με το πρασίνισμα του υπερκείμενου Ποικίλου, είναι σε θέση να βελτιώσει την ποιότητα ζωής όχι μόνο δυτικά, αλλά σε ολόκληρη την Αθήνα.
Όμως τίποτε δεν δείχνει ότι ενδιαφέρεται το ελληνικό κράτος για ένα τέτοιο μεγάλο περιβαλλοντικό σχέδιο. Αντίθετα έχει πάψει κάθε φωνή για τη μετατροπή του σε κοινόχρηστο χώρο υπερτοπικού χαρακτήρα, αίτημα που ωστόσο υπήρχε στο παρελθόν. Η απόδοσή του σε κοινωνική και περιβαλλοντική χρήση είναι απολύτως εφικτή, καθώς εδώ και δεκαετίες έχει πάψει να λειτουργεί σαν κέντρο εκπαίδευσης βαρέων όπλων (ΚΕΒΟΠ) και φιλοξενεί μικρές μονάδες. Πολιτική βούληση δεν υπάρχει όμως…
Εάν δει κανείς το Λεκανοπέδιο από ψηλά θα τρομάξει. Η όψη της Αθήνας δεν μοιάζει με καμιάς άλλης ευρωπαϊκής πρωτεύουσας: Τσιμέντο, τσιμέντο, τσιμέντο. Μέσα μόνο λίγες νησίδες πράσινου. Γύρω βουνά με φτωχική δάσωση.
Όμως ένας από τους βασικούς δείκτες της ποιότητα της ζωής των κατοίκων μιας πόλης είναι αυτός που εξετάζει την αναλογία πράσινων χώρων ανά κάτοικο σε μεγάλους μητροπολιτικούς δήμους. Στις ετήσιες εκθέσεις του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) η Αθήνα βρίσκεται συνεχώς σε μια διόλου τιμητική θέση. Κατατάσσεται 4η πριν το τέλος αναφορικά με τους χώρους πρασίνου που αντιστοιχούν σε κάθε πολίτη. Μόλις 0,96 m2 πρασίνου ανά κάτοικο!
Βάσει της έκθεσης του ΟΟΣΑ, η Αθήνα έχει χειρότερη αναλογία πρασίνου ακόμα κι από πόλεις που βρίσκονται κυριολεκτικά μέσα στην έρημο ή πάσχουν από υπερβολική τσιμεντοποίηση, όπως η Τιχουάνα του Μεξικό και το Λας Βέγκας.
Να σημειωθεί εδώ ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) θεωρεί πως η ελάχιστη αναλογία πρασίνου στις πόλεις δεν πρέπει να είναι κάτω από 9 m2/κάτοικο! Με άλλα λόγια, η Αθήνα βρίσκεται 10 φορές κάτω από το συγκεκριμένο όριο.
Στην Αθήνα θα μπορούσε να παίξει καταλυτικό ρόλο η τεράστια έκταση στο Ελληνικό, τελικά όμως από τα 6.200 στρέμματα θα μείνουν για πρασίνισμα μόνο τα 2.000 στρέμματα.
Κατά τη δεκαετία του ‘90 σχεδιάστηκε ένα δίκτυο μεγάλων πάρκων και χώρων πρασίνου στην Αθήνα για να αντιμετωπιστεί το τεράστιο έλλειμμα. Το 1996, εμφανίστηκε ο όρος “Μητροπολιτικό Πάρκο” για το Γουδή και το Ελληνικό.
Το Μητροπολιτικό Πάρκο Γουδή-Ιλισσός σχεδιάστηκε το 1996-98 από το ΕΜΠ με εντολή του ΥΠΕΧΩΔΕ. Ωστόσο η περιοχή μικτών χρήσεων με έκταση πράσινου 4.500 στρεμμάτων όχι μόνο δεν προβλέπεται να δημιουργηθεί αλλά έχει κτιστεί φιλοξενώντας ακόμα και υπουργικά κτίρια. Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τα Τουρκοβούνια και το Γαλάτσι, όπου αντί ενός μεγάλου πάρκου 350 στρεμμάτων επιλέχθηκε η κατασκευή συγκροτήματος ολυμπιακών εγκαταστάσεων.
Ο Ελαιώνας αποτελεί επίσης παράδειγμα χαμένης ευκαιρίας καθώς μια έκταση 8.300 στρεμμάτων αντί μικτού πάρκου μετατράπηκε σε αθλητικό κέντρο της ΠΑΕ Παναθηναϊκός και εμπορικά κέντρα.
Η τελευταία αξιόλογη ανάσα πρασίνου που προστέθηκε στην Αθήνα ήταν το πάρκο 170 στρεμμάτων στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (ΚΠΙΣΝ).
Όσο για το Μητροπολιτικό Πάρκο «Αντώνης Τρίτσης» το οποίο αποτελεί αυτή τη στιγμή τη μεγαλύτερη ελεύθερη έκταση στο Λεκανοπέδιο, η εικόνα του παραπέμπει σε εγκατάλειψη, ενώ επιπλέον δεν έχει όσο πράσινο μπορεί να φιλοξενήσει.
Ο Εθνικός Κήπος, το Άλσος της Νέας Φιλαδελφείας, το Άλσος Παγκρατίου, το Άλσος Βεΐκου, το Άλσος της Νέας Σμύρνης δεν είναι τίποτα άλλο παρά… ασπιρίνες.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, μια πρόταση όπως η ολική ανάπλαση του Κηφισού μοιάζει εντελώς εξωπραγματική για τα ελληνικά δεδομένα, παρόλο που το ίδιο έχουν πετύχει τα τελευταία χρόνια πολλές πόλεις στην Ευρώπη αναγεννώντας τα τσιμεντωμένα ποτάμια τους. Από την άλλη φαίνεται ότι θα ολοκληρωθεί η ανάπλαση της ακτής του Φαλήρου, ανάμεσα στο ΣΕΦ και το κλειστό του Ταεκβοντό.
Μετά τη δεκαετία του 1950 η καταστροφή
Η ραγδαία επέκταση του τσιμέντου ξεκίνησε μετά τη δεκαετία του 1950. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1940 υπολογιζόταν σε 12 τ.μ. ανά κάτοικο, ενώ το 1965 σε 6 τ.μ. ανά κάτοικο.
Το πρόβλημα εντάθηκε κατά την εικοσαετία 1987-2007 εξαιτίας των δασικών πυρκαγιών και της αυθαίρετης δόμησης καθώς οικισμοί επεκτάθηκαν ακόμη και εντός φυσικών περιοχών.
Σημαντικές ήταν και οι αλλαγές στις χρήσεις γης στο Λεκανοπέδιο κατά την κατασκευή των ολυμπιακών έργων, του νέου αεροδρομίου, και της Αττικής Οδού.
Το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου έχει συνολική έκταση 3.300 στρέμματα, εκ των οποίων τα 500 εκτός του ορεινού όγκου του Ποικίλου. Έχει δηλαδή μόνο του επιφάνεια ικανή να επιδράσει δραστικά στην αύξηση της ποσότητας του πρασίνου ολόκληρου του Λεκανοπεδίου. Ήδη το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου περιλαμβάνει πολλά δέντρα (κυρίως πεύκα), ωστόσο υπάρχουν μεγάλα περιθώρια δενδροφυτεύσεων, ώστε να αυξηθεί πολύ η δασοκάλυψη.
Ειδικά τα 4 πεδία βολής στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου είναι εντελώς γυμνά, όπως και άλλα κομμάτια της επιφάνειάς του. Είναι πολύ σημαντικό ότι έχει αδιάκοπη επαφή με τον ορεινό όγκο του Ποικίλου, για τον οποίο επίσης γίνεται το τελευταίο διάστημα συζήτηση δενδροφύτευσης, με προφανή τεράστια περιβαλλοντικά οφέλη για την Αθήνα. Η ενιαία αναδάσωση σε βουνό και Στρατόπεδο Χαϊδαρίου θα φέρει το δάσος βαθιά μέσα στην πόλη, με άμεση επίδραση στην αντιμετώπιση της θερμικής νησίδας, το φιλτράρισμα του αέρα, τη δασική αναψυχή κτλ.
Η ιδέα της αναδάσωσης στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου δεν σημαίνει ότι δεν θα παραμείνουν οι μικρές μονάδες που τώρα φιλοξενούνται εκεί (διαβιβάσεις, Στρατονομία κτλ.). Ακόμη και μια “χακί πολιτεία” για αξιωματικούς (αν και οι περισσότεροι κατοικούν στην Αθήνα) χωράει. Επίσης ένα πεδίο βολής μπορεί να διατηρηθεί για στρατιωτική εκπαίδευση και αθλητικούς σκοπούς. Όμως ακόμη και σε αυτή την περίπτωση περισσεύουν χιλιάδες στρέμματα στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου για περιβαλλοντική αξιοποίηση, τα οποία είναι παράλογο να αντιμετωπίζονται σαν ιδιωτική περιουσία ταμείων του Στρατού.
Ζητείται όραμα, λοιπόν. Όχι για το Χαϊδάρι ή για τη Δυτική Αθήνα, αλλά για ολόκληρη την Αθήνα. Προς το παρόν όμως αντί απόδοσης στην κοινωνία αυτό που συνέβη στο Στρατόπεδο Χαϊδαρίου είναι η προ μηνός τοποθέτηση ενός ψηλού συρματοπλέγματος που κρατάει έξω τους πολίτες.
Η κυβέρνηση φέρει πλέον ακέραιη την ευθύνη για μια πρωτοφανή επίθεση απέναντι στο Χαϊδάρι, στη Δυτική Αθήνα και στην ιστορική μνήμη της χώρας.
Πρώτα έρχεται η απειλή τσιμεντοποίησης του Πάρκου Νεολαίας, ενός χώρου που έχει παραχωρηθεί στο Δήμο Χαϊδαρίου εδώ και σαράντα χρόνια. Παρά το γεγονός ότι ιστορικοί, νομικοί, περιβαλλοντικοί, κοινωνικοί και πολιτικοί λόγοι απαγορεύουν κάθε σκέψη οικοπεδοποίησης του χώρου, η Κυβέρνηση φαίνεται να επιλέγει τον δρόμο της σύγκρουσης με την τοπική κοινωνία και τις ανάγκες της.
Η απειλή πλέον διαγράφεται ολοκάθαρα για το σύνολο του χώρου του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου και αυτό αποτελεί εξέλιξη εξαιρετικά επικίνδυνη για το μέλλον της πόλης μας και της ευρύτερης περιοχής της Δυτικής Αθήνας. Ο τελευταίος μεγάλος πνεύμονας πρασίνου της περιοχής κινδυνεύει να παραδοθεί σε σχέδια οικοπεδοποίησης που προωθούνται από την Κυβέρνηση, οδηγώντας σε οριστική απώλεια ενός χώρου ανεκτίμητης περιβαλλοντικής, ιστορικής και κοινωνικής αξίας για ολόκληρο το λεκανοπέδιο.
Δεν πρόκειται για «αναπτυξιακή πρωτοβουλία». Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή υποβάθμισης μιας ήδη επιβαρυμένης περιοχής, για μια πολιτική που αντιμετωπίζει τον μεγαλύτερο ελεύθερο χώρο της Δυτικής Αττικής ως «ακίνητο προς εκμετάλλευση» και όχι ως ιστορικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό κεφάλαιο που ανήκει στους πολίτες.
Το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου είναι τόπος μαρτυρίου, τόπος μνήμης, τόπος που συνδέεται άρρηκτα με την Εθνική Αντίσταση. Η προσπάθεια να μετατραπεί σε οικόπεδα συνιστά προσβολή της ιστορίας, αδιαφορία για το περιβάλλον και περιφρόνηση των αναγκών της κοινωνίας. Η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά τι σημαίνει αυτός ο χώρος — και παρ’ όλα αυτά επιλέγει να τον θέσει σε κίνδυνο.
Αυτή η κυβερνητική επίθεση αφορά τόσο το Πάρκο Νεολαίας όσο και τον ευρύτερο χώρο του Στρατοπέδου. Και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Να μην επιτρέψουμε να χαθεί ό,τι διασώθηκε με αγώνες δεκαετιών. Να υπερασπιστούμε την πόλη, το περιβάλλον και την ιστορική μνήμη.
Ο αγώνας για τη διάσωση του Στρατοπέδου Χαϊδαρίου και του Πάρκου Νεολαίας είναι αγώνας για την ταυτότητα, την ιστορία και το μέλλον του Χαϊδαρίου. Και είναι και δίκαιος και αναγκαίος. Και πρέπει να δοθεί μέχρι τέλους
Ο χώρος του Στρατοπέδου πρέπει να παραμείνει ελεύθερος, πράσινος, δημόσιος και ζωντανός. Και θα παραμείνει, εφόσον ο αγώνας είναι ενωμένος, αποφασιστικός και διαρκής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου