Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

Οι υπερασπιστές της αποτυχίας - Για το μοντέλο του «μπλε κάδου» ανακύκλωσης

Άρθρο του Νίκου Νικήσιανη, Δημοτικού Συμβούλου και επικεφαλής της δημοτικής παράταξης Θεσσαλονίκης «Πόλη Ανάποδα»

Με πρόσφατο άρθρο του, ο κ. Θανάσης Παππάς, πρώην αντιδήμαρχος Θεσσαλονίκης και νυν συνεργάτης της διοίκησης Αγγελούδη, ανέλαβε να απαντήσει σε προηγούμενη ανακοίνωση της «Πόλης Ανάποδα», όπου περιγράφουμε τη διαχρονική αποτυχία του μοντέλου ανακύκλωσης που ακολουθεί η Θεσσαλονίκη. Κάθε τέτοια απάντηση είναι για εμάς καλοδεχούμενη, αφού μας βοηθά να εμβαθύνουμε, ή -γιατί όχι- να διορθώσουμε τις θέσεις μας. Δυστυχώς ωστόσο, πέρα από τους συνήθεις απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς –«έπαρση», «αυταρέσκεια», «intelligèntsia» (sic), «πρόσκαιρος ακτιβισμός» κα- με τους οποίους μας λούζει συνεχώς η διοίκηση Αγγελούδη (η οποία κατά τα άλλα διαμαρτύρεται για την «τοξικότητα» των αντιπάλων της), η παρέμβαση του κ. Παππά λίγα πράγματα κομίζει στη σχετική συζήτηση.  

Ενώ λοιπόν o κ. Παππάς μας κατηγορεί ότι μιλάμε «ερήμην της πραγματικής πραγματικότητας», δεν αναφέρεται καν στα βασικά στοιχεία της ανακοίνωσής μας, και συγκεκριμένα στο ποσοστό ανάκτησης ανακυκλώσιμων υλικών, το οποίο παραμένει καθηλωμένο στη ζώνη του 7,5%. Τη στιγμή που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει το 48% και οι μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις φτάνουν το 60%, το 7,5% της Θεσσαλονίκης αρκεί για να αποδείξει την αποτυχία του μοντέλου του «μπλε κάδου». 

Το μόνο συγκεκριμένο στοιχείο που συνεισφέρει για να στηρίξει τον αντίλογό του, είναι η συνολική ποσότητα των υλικών που συλλέγει ο Δήμος από τους μπλε κάδους, για να δείξει έτσι ότι ο Δήμος Θεσσαλονίκης έχει την «πρώτη επίδοση στην χώρα». Η «επίδοση» αυτή όμως από μόνη της προφανώς δεν λέει τίποτα, αν δεν συγκριθεί με το συνολικό όγκο των απορριμμάτων -που παραμένει 7 φορές μεγαλύτερος- και αν δεν αφαιρεθεί η φύρα του ανακυκλώσιμου υλικού που επιστρέφεται για ταφή, και η οποία φτάνει το 46%. Αν συνυπολογίσουμε και αυτά τα ποσά, κατρακυλάμε στο 7,5%, το οποίο όχι μόνο δεν είναι η «πρώτη επίδοση στη χώρα», αλλά είναι μία από τις χαμηλότερες, αφού υπάρχουν και ελληνικοί Δήμοι (Χαλάνδρι, Βούλα, Τρίκαλα κα) που φτάνουν το 30%. 

Εννοείται ότι οι Δήμοι, στην Ελλάδα ή την Ευρώπη, που έχουν καταφέρει καλύτερες επιδόσεις, είναι γιατί έχουν υιοθετήσει τα πολλαπλά ρεύματα ανακύκλωσης και τον διαχωρισμό στην πηγή. Για αυτό επιμένουμε -όχι μόνο εμείς- στην αποτυχία του «μπλε κάδου». Μάλιστα, στα χαρτιά, ακόμα και η στρατηγική του Δήμου Θεσσαλονίκη για τα απορρίμματα, η οποία ψηφίστηκε από την παρούσα διοίκηση, υιοθετεί την προοπτική του διαχωρισμού στην πηγή. Ο κ. Παππάς ωστόσο -εκφράζοντας προφανώς τη διοίκηση Αγγελούδη- συνεχίζει να υπερασπίζεται με πάθος το αποτυχημένο μοντέλο, υποστηρίζοντας ότι οι πολλαπλοί κάδοι θα δημιουργήσουν «ασφυξία» σε μια πυκνοκατοικημένη πόλη. Είναι κάπως υποτιμητικό αυτό που είναι δεδομένο για πόλεις εξίσου πυκνοκατοικημένες με τη δική μας, να θεωρείται a priori ανέφικτο για τη Θεσσαλονίκη. Κατά τη γνώμη μας, ο λόγος είναι πολύ πιο απλός, και αναδεικνύεται γλαφυρά και στην απάντηση του κ. Παππά. 

Ο μπλε κάδος μπορεί να αποδεικνύεται πολύ αναποτελεσματικός στην ανακύκλωση, είναι όμως πολύ αποτελεσματικός στην κερδοφορία. Πρώτα από όλα, από την εγκαθίδρυσή του ως σήμερα, συντηρεί τα ιδιωτικά ΚΔΑΥ ή «εργοστάσια ανακύκλωσης», τα οποία αποτελούν έναν από τους πιο βρώμικους, κυριολεκτικά και μεταφορικά, επιχειρηματικούς κλάδους της χώρας. Ακόμα περισσότερο όμως, η ύπαρξη αυτού του τεράστιου υπολείμματος -του οποίου η ταφή στοιχίζει τεράστια ποσά στους Δήμους- ωθεί από μόνη της νομοτελειακά στην καύση. 

Πριν από λίγους μήνες, με αφορμή ένα σχετικό ψήφισμα που καταθέσαμε, μάθαμε από σπόντα ότι η διοίκηση Αγγελούδη κινείται προς την κατεύθυνση της καύσης των απορριμμάτων, ξεκινώντας από το υπόλειμμα του μπλε κάδου. Ο κ. Παππάς μας το κάνει πιο σαφές και πιο συγκεκριμένο – και αυτό είναι ίσως το μόνο χρήσιμο σημείο του άρθρου του. Για εμάς, όπως και για όλα τα σύγχρονα περιβαλλοντικά κινήματα, η καύση των απορριμμάτων είναι το χειρότερο σενάριο: όχι μόνο για τις τεράστιες περιβαλλοντικές επιπτώσεις που έχει, αλλά ακριβώς γιατί αναπαράγει ένα καθεστώς χαμηλής ανακύκλωσης, για να βρίσκει καύσιμα. Και είναι κάπως ειρωνικό να επικαλείται η διοίκηση την «ευρωπαϊκή εμπειρία» για την καύση (η οποία βαίνει μειούμενη), αλλά όταν μιλάμε για τα πολλαπλά ρεύματα, τη μόνη πραγματικά οικολογική και οικονομική διαχείριση, να επιμένει στις «ελληνικές ιδιαιτερότητες». 

Ξεπερασμένες λογικές, ξεπερασμένοι στόχοι

Και αν τα παραπάνω ακούγονται απλά, σχεδόν αυτονόητα, ας πούμε και κάτι πιο σύνθετο, το οποίο ως φαίνεται ούτε που υποψιάζεται ο κ. Παππάς, όταν επικαλείται ως απόδειξη επιτυχίας τον μεγάλο όγκο των υλικών που συλλέγονται από τον μπλε κάδο. Στην εποχή της οικολογικής κρίσης όμως, το ζητούμενο δεν είναι να ανακυκλώνουμε πολλά σκουπίδια, αλλά να παράγουμε λιγότερα σκουπίδια. Ο στόχος δηλαδή δεν είναι να ανακυκλώνουμε πολύ, αλλά να ανακυκλώνουμε λιγότερο – ή, να το πούμε πιο ολοκληρωμένα, να ανακυκλώνουμε λιγότερο σε συνολική ποσότητα και περισσότερο σε ποσοστό επί των απορριμμάτων. 

Βέβαια, ο στόχος της μείωσης των απορριμμάτων, ανακυκλώσιμων και μη, υπερβαίνει ένα Δήμο, αφού αφορά ολόκληρο τον τρόπο παραγωγής και τις κυρίαρχες σχέσεις πίσω από αυτόν. Ακόμα και σε αυτές τις συνθήκες όμως, ο Δήμος έχει εργαλεία προς αυτή την κατεύθυνση, όπως υποχρεωτικές ρυθμίσεις κατά την αδειοδότηση των καταστημάτων εστίασης, δίκαιη κλιμάκωση των τελών ανάλογα με την παραγωγή απορριμμάτων και φυσικά καλλιέργεια αντίστοιχης κοινωνικής συνείδησης, αφού βέβαια δώσει ο ίδιος το καλό παράδειγμα με τα δικά του απορρίμματα. Δυστυχώς, η διοίκηση Αγγελούδη δεν δείχνει να έχει στην πράξη κανένα τέτοιο ενδιαφέρον. 

Από αυτή τη σκοπιά, εκδηλώσεις ευαισθητοποίησης, όπως τα «φεστιβάλ ανακύκλωσης», μπορεί τελικά να κινούνται σε τελείως λάθος κατεύθυνση. Αν καλλιεργούμε στους πολίτες ή στα παιδιά την εντύπωση ότι γενικά «είναι καλό να ανακυκλώνουμε», τότε αποενοχοποιούμε τη συνεχή παραγωγή απορριμμάτων, και κυρίως συσκευασιών μιας χρήσης. Δίνουμε δηλαδή την αίσθηση ότι με το να χρησιμοποιούμε και να πετάμε στον μπλε κάδο ένα μπουκαλάκι νερό πχ, «κάνουμε κάτι καλό για το περιβάλλον», ενώ στην πραγματικότητα κάνουμε κάτι κακό, έστω κι αν αυτό είναι κατά τι μετριασμένο σε σχέση με το να το πετάμε στον πράσινο κάδο. 

Καταλαβαίνω ότι αυτά είναι εξαιρετικά σύνθετες σκέψεις για τα «ελληνικά δεδομένα», όμως εξίσου σύνθετο είναι κάθε περιβαλλοντικό ζήτημα. Για αυτό και οι απλοϊκοί ποσοτικοί στόχοι που υιοθετεί κάθε συμβατική διοίκηση δεν προσφέρουν τίποτα, ή μάλλον κάνουν κακό. Να πάρουμε για παράδειγμα τα τεχνικά έργα, το άλλο πεδίο του κ. Παππά: αν ο στόχος μας είναι να «γίνουν έργα», να «μπουν μπουλντόζες», να πέσει τσιμέντο, τότε μπορεί να φαίνεται ότι κάνουμε δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα κάνουμε ζημιά. Δείτε ενδεικτικά τους Στάβλους Παπάφη, που σχεδίασε η αντιδημαρχία του κ. Παππά και εκτελεί η αντιδημαρχία του κ. Νικηφορίδη: αφού πετάξανε στον κάδο (της ανακύκλωσης, υποθέτω) τα αποτελέσματα του συμμετοχικού σχεδιασμού που υποδειγματικά οργάνωσε το Τμ. Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ, καταλήξανε στην κατασκευή ενός πυκνοδομημένου συνόλου νεόδμητων κτιρίων – ό,τι ακριβώς δηλαδή δεν χρειαζόταν αυτή η γειτονιά. 

Στον αντίποδα των ξεπερασμένων αυτών πρακτικών, πραγματικά αποτελεσματικοί δείκτες σήμερα είναι η επιφάνεια του αστικού εδάφους που απελευθερώνεται από την άσφαλτο ή το τσιμέντο. Ή η επιφάνεια που αφαιρέθηκε από την επικράτεια του ΙΧ και δόθηκε στα δημόσια μέσα και το ποδήλατο. Για αυτό επιμένουμε ότι στην εποχή των πολλαπλών κρίσεων, δεν αρκεί μια «αποτελεσματική» διαχείριση, αλλά χρειαζόμαστε μια ριζική αλλαγή υποδείγματος: αυτό δηλαδή που εννοούμε με τη λέξη «ανάποδα», που με τόση αυταρέσκεια ειρωνεύονται οι εκπρόσωποι του παλιού πολιτικού κόσμου, όπως ο κ. Παππάς ή ο κ. Αγγελούδης. 

Για να κλείσουμε όμως επιστρέφοντας στο θέμα της διαχείρισης των απορριμμάτων, το δίλλημα σήμερα είναι σαφές: είτε θα επενδύσει η πόλη μας σε μια -βαθμιαία έστω- στροφή στη μείωση των απορριμμάτων, την επανάχρηση και την αποτελεσματική ανακύκλωση με διαλογή στην πηγή και διακριτά ρεύματα, είτε θα συνεχίσει στο μονόδρομο του μπλε κάδου, ο οποίος νομοτελειακά οδηγεί σε χαμηλά ποσοστά ανάκτησης και άρα στην καύση. Ο πρώτος, ο δύσκολος δρόμος προϋποθέτει κοινωνική συμμετοχή, συνείδηση, και δημόσια διαχείριση. Ο δεύτερος είναι εύκολος και βολικός, αφού ανοίγει τον δρόμο στην ιδιωτικοποίηση και την κερδοφορία. Η δική μας επιλογή είναι σαφής. Από ό,τι φαίνεται, δυστυχώς, το ίδιο σαφής είναι και η κατεύθυνση που παίρνει σταδιακά η διοίκηση Αγγελούδη, πέρα από τις διακηρύξεις και τα λόγια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: