Ποιοι είναι οι γάμοι της κόλασης, που επηρεάζουν τη διατροφή μας; Ποιος ελέγχει τους σπόρους και το γενετικό υλικό; Πως προχωρα η συγκέντρωση γης και παραγωγής στην Ελλάδα, σε βάρος του μικρού αγρότη και των εργαζομένων στις πόλεις; Τις απαντήσεις αναζητούμε στο κείμενο, που βασίζεται στην εισήγηση του Γιώργου Κάργα, καθηγητή στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθήνας σε διάλεξη της Κομμουνιστικής Απελευθέρωσης.
Έντονη συγκέντρωση γης και παραγωγής
Η συνολική καλλιεργούμενη έκταση στην Ελλάδα είναι περίπου 35 εκατ. στρέμματα. Το 2012, ο αριθμός των εκμεταλλεύσεων με ιδιόκτητα 200 στρέμματα και άνω αποτελεί το 4,6% του συνόλου, ενώ στην κατοχή του έχει το 38,5% της καλλιεργούμενης έκτασης (13,5 εκατ. περίπου στρέμματα). Το 1990 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 2,6% και 24,2% (8,5 εκατ. στρέμματα). Δηλαδή μέσα σε είκοσι χρόνια σχεδόν διπλασιάζεται ο αριθμός των πλούσιων αγροτών, οι οποίοι αυξάνουν τη γη τους κατά 5 εκατ. στρέμματα. Οι αριθμοί μεγαλώνουν πολύ αν συνυπολογίσουμε και το φαινόμενο της ενοικίασης της γης, που είναι ιδιαίτερα έντονο στους μεγαλοαγρότες. Η φιγούρα του νέου τσιφλικά είναι ιδιαίτερα εμφανής σε Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη, ειδικά στις ετήσιες εκτατικές καλλιέργειες, όπως το βαμβάκι και το καλαμπόκι.
Στις νότιες περιοχές η συγκέντρωση της γης δεν έχει λάβει παρόμοιες διαστάσεις. Στις περιοχές αυτές εμφανίζεται συγκέντρωση της παραγωγής, κυρίως μέσω θερμοκηπιακών καλλιεργειών. Έτσι, ο μέσος όρος της γεωργικής έκτασης ανά εκμετάλλευση στη χώρα μας εμφανίζεται μικρός (50 στρέμματα) συγκριτικά με τον μέσο όρο στην ΕΕ (130 στρέμματα). Πολλές φορές αστοί οικονομολόγοι υπερτονίζουν τον μέσο όρο και υποτιμούν τις βαθύτερες διεργασίες καπιταλιστικής συγκέντρωσης της γης και της παραγωγής, οι οποίες είναι ραγδαίες.
Στη ζωική παραγωγή η συγκέντρωση είναι ακόμα μεγαλύτερη. Στη βοοτροφία το 21% των εκμεταλλεύσεων κατέχει το 72% των ζώων, στην προβατοτροφία το 9% κατέχει το 43,5 % των ζώων, στη χοιροτροφία το 2% κατέχει το 77% των ζώων και στην πτηνοτροφία το 0,42% κατέχει το 76% των πτηνών. Στις ιχθυοκαλλιέργειες η συγκέντρωση της παραγωγής είναι ακόμα μεγαλύτερη.
Τα μονοπώλια που ελέγχουν τη διατροφή
Σε παγκόσμιο επίπεδο υπάρχει ανάπτυξη του ηγεμονικού ρόλου των πολυεθνικών- πολυκλαδικών μονοπωλίων, που αποτελούν μια υπεραναπτυγμένη σχέση παραγωγής και κυριαρχίας του κεφαλαίου. Αστοί οικονομολόγοι χρησιμοποίησαν τον όρο «γάμοι της κόλασης» για τις συγχωνεύσεις που έγιναν γύρω στο 2015. Η πρώτη συγχώνευση αφορά την γερμανική εταιρεία Bayer και την αμερικάνικη Monsanto το 2016, με ετήσιες πωλήσεις που ξεπερνούσαν τα 25 δισ. δολάρια. Η δεύτερη συγχώνευση έγινε μεταξύ των Dow Chemicals και DuPont. Το 2015 συγκέντρωναν το ένα τέταρτο των παγκόσμιων πωλήσεων στην αγορά των αγροχημικών και σπόρων, με τζίρο άνω των 18 δισ. δολ. Στην τρίτη συγχώνευση ο κινεζικός κολοσσός ChemChina εξαγόρασε την ελβετική Syngenta με 42 δισ. ευρώ. Το 2015 οι δύο εταιρείες συγκέντρωσαν 15 δισ. δολάρια από πωλήσεις αγροχημικών και σπόρων παγκοσμίως.
Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας το γενετικό υλικό, σε τέτοια μαζική έκταση, έχει γίνει πλέον ατομική ιδιοκτησία των πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων, τα οποία κατοχυρώνουν τις πατέντες γενετικού υλικού (σπόροι) και ελέγχουν πλέον σε παγκόσμιο επίπεδο το διατροφικό σύστημα και με τη συμφωνία TRIPS στο πλαίσιο του ΠΟΕ για την κατοχύρωση των ιδιοκτησιακών και των πνευματικών δικαιωμάτων σ’ όλο το νέο γενετικό υλικό. Έτσι έχουμε την μετατροπή του σπόρου από κοινό πλουτοπαραγωγικό πόρο, ελεγχόμενο και παραγόμενο από τον αγρότη σε άμεσα ελεγχόμενο από το κεφάλαιο. Η κυριαρχία αυτού του φαινομένου οδηγεί και στην καταστροφή της γενετικής ποικιλότητας λόγω της μονοκαλλιέργειας.
Είναι προφανές ότι αυτή η τεράστια συγκέντρωση δύναμης επιβάλλει τους νόμους της και τους κανόνες της αλλά πάνω από όλα επιβάλλει την λογική του κέρδους. Η πολιτική της ΕΕ, του ΔΝΤ και του ΠΟΕ αυτή τη δύναμη ενισχύει. Η κυριαρχία αυτών των κολοσσών προχώρησε παράλληλα με την τεράστια καταστροφή και τις ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων συστημάτων παραγωγής σπόρων, λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων σε παγκόσμιο επίπεδο.
Στο πλαίσιο λοιπόν της γενικότερης κρίσης του συστήματος για απόσπαση υπεραξίας, οι απαιτήσεις για αύξηση του ποσοστού κέρδους των πολυεθνικών εταιρειών είναι προφανές ότι μετατρέπουν το φυσικό, το οικολογικό και το γενετικό περιβάλλον σε χρυσή εφεδρεία, σε νέα ενδοχώρα για την ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής αξιοποιώντας τις κατακτήσεις της βιοτεχνολογίας.
Η συγκεντροποίηση προχωρά γοργά και στην Ελλάδα. Δέκα εταιρείες ελέγχουν το σύνολο σχεδόν των εμπορικών σημάτων διατροφής στη χώρα μας: Coca-Cola, Vivarta, Όμιλος Σαράντη, ΜΕΒΓΑΛ, Μondelez, Πίνδος, Κρι-κρι, ΕΨΑ, Όμιλοι Λούλη, με κύκλο εργασιών περίπου 20 δισ. ετησίως.
Ο όμιλος Vivartia έχει περίπου 110 επιχειρήσεις και δραστηριοποιείται σε 29 χώρες. Κατέχει το 40% του γάλακτος, το 20% των χυμών (Life) και το 70% των κατεψυγμένων λαχανικών. Στη μαζική εστίαση κυριαρχεί μέσω των εταιρειών Goody’s και Everest. Ο όμιλος Vivartia δημιουργήθηκε το 2006 από την συγχώνευση της ΔΕΛΤΑ και της Chipita, το 2007 αγοράστηκε από την MARFIN και το 2021 από την CVC (FUND). O όμιλος ΦΑΓΕ έχει 50 εταιρείες και δραστηριοποιείται σε γάλα, χυμούς (Refresh), παγωτά και αρτοσκευάσματα. Ισχυρά ανερχόμενος είναι ο όμιλος Σαράντη ο οποίος έχει εξειδίκευση στην εξαγορά συνεταιριστικών επιχειρήσεων (Όλυμπος, Ροδόπη το 2008, Δωδώνη, Αγνό, TYROM SA, TYRBUL S.A.).
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι ότι μικρές επιχειρήσεις και παραγωγοί βρίσκονται γύρω από τη στεφάνη των μεγάλων με την μορφή της συμβολαιακής γεωργίας. Μάλιστα, σε ορισμένους κλάδους στους οποίους μπορεί σχετικά ευκολότερα να καθετοποιηθεί η παραγωγή, το κεφάλαιο έχει στην ιδιοκτησία του όλο το κύκλωμα παραγωγής, π.χ. αμπέλια-οίνος. Σε διάφορες περιοχές της χώρας, όπως στην Αρκαδία, την Κορινθία και τη Βόρεια Ελλάδα, έχουν διαμορφωθεί σύγχρονες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, π.χ. Οινοποιία Τράπεζας Πειραιώς.
Σημαντικό ρόλο στην προώθηση των αναδιαρθρώσεων και των ιδιωτικοποιήσεων διαδραμάτισε η μετατροπή της Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος (ΑΤΕ) το 1991 από πιστωτικό ίδρυμα σε καθαρά εμπορική τράπεζα (ΑΕ) και η μετέπειτα εισαγωγή της στο χρηματιστήριο το 2000. Μια δεκαετία μετά τη μετάλλαξη της ΑΤΕ και την μετατροπή σε ΑΕ μόνο το 13% των χορηγήσεών της κατευθυνόταν στους αγρότες και στους συνεταιρισμούς. Το 2012, έπειτα από μια διαδικασία −λόγω PSI− συνεχών απομειώσεων της αξίας των θυγατρικών κ.λπ., η τράπεζα θεωρήθηκε «μη βιώσιμη» και χαρίστηκε στην Τράπεζα Πειραιώς έναντι του εξευτελιστικού τιμήματος των 100 εκατ. ευρώ, τη στιγμή που η ακίνητη περιουσία της ξεπερνούσε το 1 δισ. ευρώ.
Με μια σειρά νόμους (2169/1993, 2810/2000) θεσμοθετήθηκε η «συνεργασία» των συνεταιρισμών με το ιδιωτικό κεφάλαιο σε κοινές ΑΕ. Στο πλαίσιο αυτών των ρυθμίσεων οι κυβερνήσεις και η ΑΤΕ, αξιοποιώντας τα χρέη των συνεταιρισμών, τα οποία είχαν εκτοξευτεί λόγω, μεταξύ άλλων, της τεράστιας αύξησης των επιτοκίων δανεισμού μετά τη μετατροπή της ΑΤΕ σε εμπορική τράπεζα, τους πίεζαν να μετατρέψουν τις δραστηριότητές τους, να λειτουργήσουν με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, και να πουλήσουν μέρος των μετοχών τους στο ιδιωτικό κεφάλαιο, με στόχο να εξασφαλίσουν τάχα τα απαιτούμενα κεφάλαια για την ανάπτυξή τους και το κυριότερο παραχωρώντας τη διοίκηση-διεύθυνση αυτών των ΑΕ στους ιδιώτες. Αυτό το οποίο εμφανιζόταν τότε ως σωτηρία των συνεταιρισμών αποδείχτηκε ότι οδήγησε στην καταστροφή τους. Όσα περιγράφηκαν παραπάνω αποτελούν μια πορεία κυριαρχίας των μεγαλοαγροτών πάνω στους συνεταιρισμούς και πρόσδεσης των συνεταιρισμών στο μεταποιητικό και στο εμπορικό κεφάλαιο.
Έτσι, όλη η υποδομή της αγροτικής παραγωγής πέρασε στα χέρια του κεφαλαίου. Ό,τι είχε δημιουργηθεί με το αίμα και τον ιδρώτα των εργαζομένων και των μικροαγροτών για έναν περίπου αιώνα παραδόθηκε στο κεφάλαιο.
Οι περισσότερες τριτοβάθμιες συνεταιριστικές οργανώσεις και εταιρείες που είχαν ως αντικείμενο τη μεταποίηση και την εμπορία των αγροτικών προϊόντων ή τη διακίνηση αγροτικών μηχανημάτων και εφοδίων έκλεισαν τη δεκαετία του 1990-2000. Μετά το 2000 πωλήθηκαν, ιδιωτικοποιήθηκαν ή έκλεισαν μια σειρά σημαντικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις που είχαν απομείνει (Δωδώνη, ΣΕΚΑΠ, Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης κ.λπ.). Ανάλογο φαινόμενο εμφανίζεται και στην περίπτωση των πέντε βιομηχανιών παραγωγής λιπασμάτων.
Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η ραγδαία μείωση των μικρών αγροτών. Σε 17 χρόνια (1988-2005) τα νοικοκυριά που άμεσα ή έμμεσα σχετίζονται με τη γεωργία μειώθηκαν από 923.000 σε 824.000. Στο διάστημα αυτό τα μικρά και μεσαία αγροτικά νοικοκυριά περιορίστηκαν κατά 130.000, ενώ τα μεγάλα νοικοκυριά διπλασίασαν το ποσοστό τους από 4,8% σε 9,2%. Το 2013 ο αριθμός των αγροτικών νοικοκυριών είναι περίπου 680.000. Η συνεχιζόμενη μείωση προέρχεται πάλι από τους μικρούς και τους μεσαίους αγρότες, ενώ οι μεγάλοι αυξάνονται σταθερά. Στον ευρωπαϊκό βωμό λοιπόν θυσιάζονται οι φτωχοί και οι μεσαίοι αγρότες. Όλη την περίοδο εφαρμογής της ΚΑΠ σημειώνεται μεγάλη μείωση των μικρών αγροτικών νοικοκυριών τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς αριθμούς. Ταυτόχρονα όμως έχουμε και το σχηματισμό κεφαλαιοκρατικών νοικοκυριών που βασίζονται στη μισθωτή εργασία.
Η εργατική τάξη του αγροτικού τομέα: Οι εργάτες γης, κυρίως μετανάστες, και οι εργατοαγρότες
Πριν από την πλήρη έξοδο του μικροαγρότη από τη γεωργική παραγωγή συνήθως έχουμε ενδυνάμωση του φαινομένου της πολυαπασχόλησης. Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει κυρίως εργατοαγρότες εποχιακά εργαζόμενους, π.χ. στον τουρισμό ή την οικοδομή, οι οποίοι παράλληλα διατηρούν και τη γεωργική εκμετάλλευση για συμπληρωματικό εισόδημα. Επίσης, εδώ περιλαμβάνονται και μισθωτοί των πόλεων, που διατηρούν συνήθως δενδρώδεις καλλιέργειες, π.χ. ελιές. Η ένταξη στην ΕΕ ενίσχυσε τη διαδικασία της πολυαπασχόλησης και ταυτόχρονα της εκκαθάρισης των μικροαγροτών, ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι στη χώρα μας είχε γίνει ήδη μεγάλη αγροτική εκκαθάριση τις δεκαετίες του 1960 και του 1970.
Ταυτόχρονα, η μέση μη οικογενειακή μισθωτή απασχόληση στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις διπλασιάστηκε. Τα 2/3 των νοικοκυριών απασχολούν μετανάστες για κάποιες μέρες το χρόνο, ενώ το 10% των εκμεταλλεύσεων απασχολεί μετανάστες με μόνιμη μισθωτή εργασία. Η έκταση της απασχόλησης των μεταναστών συνδέεται άμεσα με το μέγεθος της εκμετάλλευσης. Πιο συγκεκριμένα, σε εκτάσεις 30-50 στρεμμάτων οι μετανάστες προσφέρουν κατά μέσο όρο 62 ημερομίσθια/έτος, σε εκτάσεις 50-100 στρεμμάτων 160 ημερομίσθια/έτος και σε εκτάσεις 100-200 στρεμμάτων 180 ημερομίσθια/έτος. Στις εντατικές γεωργικές εκμεταλλεύσεις (θερμοκήπια, ιχθυοκαλλιέργειες) απασχολούνται κατ’ αποκλειστικότητα μετανάστες και με πιο άθλιους όρους. Η ανταγωνιστικότητά τους στηρίζεται στην εξαθλίωση χιλιάδων μεταναστών.
Έτσι, στην αγροτική παραγωγή λαμβάνει χώρα μια διπλή διαδικασία: από τη μία πετιούνται εκτός παραγωγής οι μικροαγρότες, αλλά από την άλλη αυξάνεται μια ρευστή μάζα εργατικού δυναμικού, η οποία γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό του αγροτικού χώρου. Η αύξηση της μισθωτής εργασίας στη γεωργική παραγωγή θέτει επί τάπητος το ζήτημα της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργατών γης.
Δεν αρκεί να αλλάξει ο κτήτορας, πρέπει να αλλάξει και το κτήμα
Βασικό στοιχείο του άλλου δρόμου είναι η οργάνωση της αγροτικής παραγωγής με κριτήριο την ικανοποίηση των αναγκών σε διατροφή και ένδυση των εργαζόμενων και όχι το κέρδος και τις εξαγωγές. Δυνάμεις ακόμα και στην Αριστερά ανάγουν σε κύριο πρόβλημα της αγροτικής παραγωγής το πρόβλημα της καταστροφής του υπάρχοντος παραγωγικού ιστού, «χωρίς παραγωγούς θα πεινάσουμε» κ.λπ. Μια τέτοια άποψη υπονοεί ότι σωτηρία για τον μικροπαραγωγό και τους εργαζομένους θα είναι η αύξηση της παραγωγής και η «ανάπτυξη» μέχρι την επίτευξη εξαγωγών, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το θέμα των σχέσεων παραγωγής και της ΕΕ. Όμως, στην περίπτωση αυτή, η καπιταλιστική ανάπτυξη θα καταστρέψει πάλι τον μικροπαραγωγό και θα δυσκολέψει την απόκτηση τροφών για το λαό. Μήπως αυτό δεν παρατηρείται στην Ινδία και τη Βραζιλία, που είναι κυρίως εξαγωγικές χώρες σε αγροτικά προϊόντα;
Επιπρόσθετα, μια τέτοια άποψη τείνει να υποστηρίξει τον παλιότερο παραγωγικό ιστό. Μήπως όμως αυτός ο ιστός ικανοποιούσε τις λαϊκές ανάγκες σε διατροφή και ένδυση ή πολύ περισσότερο αναπτύχθηκε με κριτήριο την κάλυψη αυτών των αναγκών; Επιπλέον, τέτοιες αντιλήψεις αδυνατούν εντελώς να αντιμετωπίσουν την καπιταλιστική ανάπτυξη σε κλάδους της αγροτικής παραγωγής είτε σήμερα, την περίοδο της κρίσης, είτε στο μέλλον. Η τεράστια ανάπτυξη των ιχθυοκαλλιεργειών στη χώρα μας οδήγησε σε αύξηση της κατανάλωσης ψαριών για τους εργαζομένους;
Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι πώς θα υπερασπιστούμε κάποιον παλιό καλό παραγωγικό ιστό, αλλά το πώς θα εξασφαλιστούν οι ανάγκες για υγιεινή και φτηνή διατροφή του λαού. Δεν αρκεί να αλλάξει ο κτήτορας, αλλά πρέπει να μετασχηματίσουμε και το κτήμα…
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 10-12 Απρίλιου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου