Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ

Σταύρος Καραγεωργάκης

Εισαγωγή

Στόχος του κειμένου είναι η εξέταση του οικολογικού μαρξισμού από τη σκοπιά της περιβαλλοντικής ηθικής. Είναι πιθανό να μοιάζει αδύνατο να εκπληρωθεί αυτός ο στόχος, λόγω της ποικιλότητας τόσο του οικολογικού μαρξισμού, όσο και της περιβαλλοντικής ηθικής. Γι’ αυτό είναι χρήσιμο να κάνουμε μια βασική επισήμανση. Η περιβαλλοντική ηθική, δεν εκπροσωπεί ένα συμπαγές σύνολο απόψεων, αλλά ως κλάδος της εφαρμοσμένης ηθικής φιλοσοφίας, δίνει χώρο για την ανάπτυξη, πολλές φορές, αντιτιθέμενων θεωριών. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες βασικές αρχές που παραμένουν απαράβατες, όπως υπάρχουν και θεωρίες και συμπεριφορές που είναι γενικά καταδικαστέες. Έτσι, δεν είναι δυνατή η αποδοχή της κλασικής ανθρωποκεντρικής στάσης σύμφωνα με την οποία ο κόσμος είναι κατασκευασμένος για να εξυπηρετεί τις ανθρώπινες ανάγκες. Επίσης, ένα άλλο σημαντικό ζήτημα για την περιβαλλοντική ηθική είναι αυτό των ηθικών οφειλών που έχει ο άνθρωπος απέναντι στα άλλα ζώα, ζήτημα που επίσης σχετίζεται με τον ανθρωποκεντρισμό. Αν και υπάρχει διαφωνία στους κόλπους των περιβαλλοντικών φιλοσόφων για το είδος των υποχρεώσεων που έχουμε απέναντι στα άλλα ζώα, όπως επίσης και για τη φιλοσοφική θεμελίωση αυτών των υποχρεώσεων, είναι κοινός τόπος οι άμεσες ή έμμεσες ανθρώπινες ηθικές οφειλές απέναντι στα μη ανθρώπινα όντα. Όπως θα δείξουμε, οι οικολόγοι μαρξιστές (των σημαντικότερων τάσεων του οικομαρξισμού) δεν είναι ευαίσθητοι ούτε απέναντι στο ένα ζήτημα, ούτε και στο άλλο. Ας προχωρήσουμε λοιπόν σε μια σύντομη παρουσίαση του οικολογικού μαρξισμού.


Ένα από τα σημαντικότερα ρεύματα της πολιτικής οικολογίας είναι ο οικολογικός μαρξισμός. Ο «οικολογικός μαρξισμός» (ecological marxism) ή «οικομαρξισμός» (eco-marxism) ή «οικολογικός σοσιαλισμός» (ecological socialism) είναι ένα ανομοιογενές ρεύμα στην πολιτική οικολογία, καθώς δεν υπήρξε μία και μόνη τάση στην προσπάθεια για τη σύζευξη του μαρξισμού με την οικολογία.[1] Εισηγητές αυτής της θεωρίας είναι οι Barry Commoner [2] και Raymond Williams [3], ενώ ακολούθησαν οι Andre Gorz [4] και Rudolf Bahro [5]. Ωστόσο, ο οικολογικός μαρξισμός αναπτύχθηκε περαιτέρω κυρίως με τη συμβολή νεότερων στοχαστών.

Σταθμός στην ανάπτυξη της οικομαρξιστικής σκέψης υπήρξε η έκδοση του βιβλίου του Parsons "Ο Μαρξ και ο Ένγκελς για την Οικολογία" (Marx and Engels on Ecology), [6] ενώ ακολούθησαν οι νεότεροι οικολόγοι μαρξιστές που συσπειρώθηκαν κυρίως γύρω από το περιοδικό Καπιταλισμός, Φύση, Σοσιαλισμός (Capitalism, Nature, Socialism). Οι τελευταίοι είναι κυρίως οι οικονομολόγοι James O’ Connor,[7] Martin O’ Connor, [8] Ανδριάννα Βλάχου, ο κοινωνιολόγος Ted Benton και η κοινωνιολόγος οικοφεμινίστρια και οικομαρξίστρια Mary Mellor. [9] Επίσης πρέπει να αναφέρουμε ως σημαντικούς οικομαρξιστές τους ερευνητές John Bellamy Foster [10] και Paul Burkett.[11]

Αν θέλουμε να ορίσουμε τον οικολογικό μαρξισμό μπορούμε να πούμε ότι είναι η θεωρία που- κατά τον James O’ Connor- πρεσβεύει: (…) μια οικολογικά ορθολογική και ευαίσθητη κοινωνία, βασισμένη στον δημοκρατικό έλεγχο των μέσων και αντικειμένων της παραγωγής, της πληροφορίας, και ούτω καθεξής, η οποία χαρακτηρίζεται από έναν υψηλό βαθμό κοινωνικοοικονομικής ισότητας, από ειρήνη και κοινωνική δικαιοσύνη, όπου η γη και η εργασία είναι μη εμπορευματοποιημένες (decommodified) και η ανταλλακτική αξία (exchange value) υπόκειται στην αξία χρήσης (use value). “Σοσιαλιστική οικολογία” σημαίνει (και πάλι χοντρικά), μία διαλεκτικά οικολογική επιστήμη και κοινωνικοπολιτική πρακτική όπου ‘δένει’ επιτυχώς  το τοπικό με το κεντρικό, το αυθόρμητο και το σχεδιασμένο (…) [12]

Οι οικομαρξιστές πιστεύουν ότι οι οικολόγοι μπορούν να μπολιάσουν τις ιδέες τους με τις μαρξιστικές. Για παράδειγμα, οι μαρξιστές δείχνουν μεγαλύτερη προσοχή στις υλικές συναλλαγές μεταξύ ανθρώπων και φύσης, αναφορικά με το ζήτημα της βιολογικής εκμετάλλευσης, ενώ οι οικολόγοι εστιάζουν την προσοχή τους στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, στα ζητήματα της εκμετάλλευσης της εργασίας και της κοινωνικής εργασίας.[13]

Μπορούμε να διακρίνουμε τον οικομαρξισμό σε δύο βασικές τάσεις: τον «ορθόδοξο» και τον «νεότερο».[14] Οι ορθόδοξοι οικομαρξιστές πιστεύουν ότι ο μαρξισμός αποτελεί μία αυτούσια οικολογική θεωρία, ενώ οι νέοι οικομαρξιστές, αναγνωρίζοντας την αδυναμία του μαρξισμού να αντεπεξέλθει στα νέα δεδομένα, προτείνουν μικρές προσαρμογές, προκειμένου να ευδοκιμήσει το μπόλιασμα με την οικολογία. Σκοπός του άρθρου είναι να δειχτεί ότι τόσο ο ορθόδοξος, όσο και ο νέος οικομαρξισμός, έρχονται αντιμέτωποι με σοβαρές ενστάσεις, κυρίως αναφορικά με το ζήτημα του ανθρωποκεντρισμού, και συνεπώς δε μπορούν να γίνουν αποδεκτοί χωρίς τροποποιήσεις, ως κατάλληλες για τη σύγχρονη προβληματική της περιβαλλοντικής ηθικής. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πολλοί περιβαλλοντικοί φιλόσοφοι αντιμετωπίζουν με καθαρή επιθετικότητα την προσπάθεια για τη σύζευξη μαρξισμού- οικολογίας. Θα παραθέσουμε ενδεικτικά κάποια σχόλια. Ο Murray Bookchin, ιδρυτής της κοινωνικής οικολογίας, έγραψε για την έννοια της φύσης στον Μαρξ και την οικολογία:
Η δε φύση, περιττό να το πούμε, παραμένει απλώς αντικείμενο χρήσης και οι νόμοι της πρέπει να γίνουν γνωστοί και να ελέγχονται στο πλαίσιο ενός εγχειρήματος κατάκτησής της. Δεν μπορεί να υπάρξει μαρξική θεωρία της οικογένειας, του φεμινισμού ή της οικολογίας, κι αυτό γιατί ο Μαρξ αρνείται τα ζητήματα τα οποία τίθενται εδώ, ή, ακόμα χειρότερα, τα μετατρέπει σε οικονομικά.[15]

Ο Γιώργος Χρήστου: Η φύση λοιπόν είναι «αξιοποιήσιμη» με την τεχνική καθυπόταξή της, το ‘ίδιον’ της φύσης είναι η εκμετάλλευσή της απ’ τον άνθρωπο˙ η τεχνική ορίζεται από έναν Marx που σιχαίνεται τη φύση και την υποβιβάζει σε πτώμα, ως «η μόνη γνήσια ανθρώπινη συμπεριφορά απέναντι στη φύση».[16]

Ο Geoffrey Carpenter: Για τον Μαρξ, τα δάση, οι υγροβιότοποι, τα αποθέματα μετάλλων και η καλλιεργήσιμη γη είχαν αξία μόνο στο βαθμό που κάλυπταν τις ανθρώπινες ανάγκες.[17]

Οι παραπάνω αφορισμοί είναι ενδεικτικοί της επιφυλακτικότητας, ή σε μερικές περιπτώσεις της εχθρότητας ορισμένων φιλοσόφων απέναντι στην προσπάθεια για τη σύζευξη οικολογίας και μαρξισμού. Ας προχωρήσουμε όμως στην εξέταση του οικομαρξισμού από τη σκοπιά της περιβαλλοντικής ηθικής, με βάση τα ζητήματα της κυριαρχίας επί της φύσης και της ηθικής αντιμετώπισης των άλλων ζώων.

Η κυριαρχία επί της φύσης

Ο Μαρξ, ως γνήσιο τέκνο του 19ου αιώνα, πίστευε ότι η τεχνολογία, και ειδικότερα η βιομηχανία, μπορεί να επιτύχει την πολυπόθητη- ήδη από τον 17ο αιώνα του Francis Bacon- κυριαρχία επί της φύσης. Οι Μαρξ και Ένγκελς χαιρέτιζαν την βιομηχανική επανάσταση με ενθουσιασμό λόγω της επίτευξης αυτής της κυριαρχίας.[18] Ο Ένγκελς έγραφε ότι: Συνοπτικά, το ζώο απλώς χρησιμοποιεί την εξωτερική φύση και τη μεταβάλλει μόνο με την παρουσία του. Με τις αλλαγές που της δημιουργεί ο άνθρωπος, την κάνει να υπηρετήσει τους σκοπούς του, την εξουσιάζει.[19]
Ενώ ο Μαρξ για τη χρήση των μηχανών:
(…) αυτές καθαυτές αποτελούν νίκη του ανθρώπου πάνω στις δυνάμεις της φύσης, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά υποδουλώνουν τον άνθρωπο στις δυνάμεις της φύσης (…)[20]

Έτσι για τον Μαρξ, ήταν σημαντική η αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων προκειμένου να μπορέσει ο άνθρωπος να απελευθερωθεί πραγματικά από τα δεσμά της φύσης. Γι’ αυτό και τόνιζε για την περίπτωση της βρετανικής κυριαρχίας στις Ινδίες ότι η οικειοποίηση, από την πλευρά των Ινδών, των τεχνολογικών επιτευγμάτων της αστικής κοινωνίας θα κάνει την ανθρώπινη πρόοδο να μη μοιάζει πλέον με αυτό το «αποτρόπαιο ειδωλολατρικό ξόανο που δεν πίνει νέκταρ παρά μόνο μέσα από το κρανίο των σφαγιασμένων».[21] Άλλωστε, ο Μαρξ, επέκρινε τον καπιταλισμό για την εξαντλητική εκμετάλλευση της γης με γνώμονα την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού κέρδους.[22] Αυτός είναι ένας από τους λόγους που ωθούν τον Parsons, ήδη από τον πρόλογο του βιβλίου του, να κατατάσσει τον Μαρξ στους πρόδρομους της οικολογικής σκέψης.[23]

Ωστόσο, η εμμονή του Μαρξ ότι η τεχνολογία θα μας απελευθερώσει από τα δεσμά της φύσης, ήταν αυτή που διακατείχε και τους φιλελεύθερους οικονομολόγους, μια εμμονή που χαρακτήρισε γενικότερα τη στάση του ανθρώπου και συνέβαλλε στη εκδήλωση της σημερινής οικολογικής κρίσης. Ο άνθρωπος δεν απελευθερώθηκε απλώς από τα δεσμά της φύσης, αλλά καταδυνάστευσε τους φυσικούς πόρους και κατέστρεψε το φυσικό περιβάλλον με μια αυτοκαταστροφική μανία. Επίσης, από τη σκοπιά της περιβαλλοντικής ηθικής, η στάση αυτή υποδηλώνει μια ξεκάθαρα ανθρωποκεντρική στάση. Η ανθρωποκεντρική αντίληψη αποδέχεται την αξιολογική κλίμακα των ζωντανών όντων και τοποθετεί τον άνθρωπο στην κορυφή αυτής. Ακόμη, βάσει της ανθρωποκεντρικής θεωρίας, όλοι οι οργανισμοί αλλά και οι αβιοτικοί παράγοντες προορίζονται για την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών.[24] Μάλιστα, σε μία ισχυρότερη μορφή ανθρωποκεντρισμού, μόνο ο άνθρωπος έχει αξία, με συνέπεια, να μην έχει καμία ευθύνη απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο.[25] Στο έργο του Μαρξ, είναι άμεσα συνυφασμένα τα στοιχεία της υπέρμετρης πίστης στην τεχνολογία με την έννοια της κυριαρχίας επί της φύσης.[26]
 
Η Eckersley είναι υπέρ της άποψης ότι η αντιμετώπιση του ανθρώπου από τον Μαρξ ως homo faber, έδειχνε καθαρά την ανταγωνιστική σχέση που είχε στο μυαλό του.[27] Ο άνθρωπος δεν πάλευε απλά να επιβιώσει, αλλά ταυτόχρονα, μέσα από τον αγώνα του για επιβίωση, αυτοπραγματωνόταν (self- realization). Ο Bookchin, για να σχολιάσει το ζήτημα μας παραπέμπει στη μαρξική αναφορά για το «βασίλειο της ελευθερίας». Ας δούμε τι λέει ο Μαρξ περί αυτού στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου:
Το βασίλειο της ελευθερίας αρχίζει στην πραγματικότητα εκεί που παύει η εργασία να υπαγορεύεται από ανάγκη και από εξωτερική σκοπιμότητα. […] Όπως ο πρωτόγονος άνθρωπος οφείλει να παλεύει με τη φύση για να ικανοποιεί τις ανάγκες του, για να συντηρεί και να αναπαράγει τη ζωή του, το ίδιο οφείλει να κάνει και ο πολιτισμένος άνθρωπος, και οφείλει να το κάνει αυτό σε όλες τις κοινωνικές μορφές και στις συνθήκες οποιουδήποτε τρόπου παραγωγής. Με την ανάπτυξή του διευρύνεται το βασίλειο αυτό της φυσικής αναγκαιότητας, γιατί μεγαλώνουν οι ανάγκες του. Ταυτόχρονα όμως διευρύνονται οι παραγωγικές δυνάμεις που ικανοποιούν τις ανάγκες αυτές. Η ελευθερία στον τομέα αυτό μπορεί να συνίσταται μόνο στο ότι ο κοινωνικός άνθρωπος, οι συνεταιρισμένοι παραγωγοί θα ρυθμίζουν ορθολογικά αυτή τους την παραγωγή της ύλης με τη φύση, θα την υποτάσσουν στον κοινό έλεγχο από μέρους τους, αντί να κυριαρχούνται από αυτήν σαν από μια τυφλή δύναμη, όταν θα την πραγματοποιούν με τη μικρότερη δυνατή δαπάνη δυνάμεων και κάτω από όρους αντάξιους και ταιριαστούς προς την ανθρώπινη φύση τους. Ωστόσο αυτό παραμένει πάντα ένα βασίλειο της ανάγκης. Πέρα από αυτό αρχίζει η ανάπτυξη των δυνάμεων του ανθρώπου, σαν αυτός καθεαυτός σκοπός, το πραγματικό βασίλειο της ελευθερίας, που μπορεί όμως να ακμάσει μόνο πάνω στη βάση εκείνου του βασιλείου της ανάγκης.[28]

Ένα από τα στοιχεία που μπορεί να σχολιάσει κανείς από το παραπάνω απόσπασμα είναι η προσπάθεια του συγγραφέα να διακρίνει το «βασίλειο της ελευθερίας» από το «βασίλειο της αναγκαιότητας». Στο δεύτερο, ο άνθρωπος εργάζεται αποκλειστικά για την ικανοποίηση των αναγκών του, ενώ αυτό ολοένα διευρύνεται αφού πληθαίνουν συνεχώς οι ανθρώπινες ανάγκες. Η διαφορά της πολιτισμένης κοινωνίας από την πρωτόγονη, είναι ότι η πρώτη μπορεί με έναν εκλογικευμένο τρόπο να ρυθμίζει την παραγωγή για την κάλυψη των αναγκών.

Ο Bookchin βλέπει στην παραπάνω ανάλυση το «αστικό ιδεολογικό πλαίσιο να φτάνει στο απόγειό του». Αρνείται το σχήμα του πρωτόγονου που αντιπαλεύει τη φύση, και κατ’ επέκταση όλο το σχήμα της σύγκρουσης με τη φύση ως συνθήκη της κοινωνικής ζωής.[29] Πράγματι, έτσι όπως εμφανίζεται η σκέψη του Μαρξ στο παραπάνω απόσπασμα, φαίνεται να παρεξηγείται ο σκοπός της ανθρώπινης δραστηριότητας στις τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες. Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο πρέπει να πιστέψουμε ότι οι πρωτόγονοι προσπαθούσαν να κυριαρχήσουν επί της φύσης. Αυτό που μπορούμε να φανταστούμε με ευκολία είναι να προσπαθούν να επιβιώσουν στις αντίξοες γι’ αυτούς φυσικές συνθήκες. Και υπάρχει μεγάλη απόσταση της μιας στάσης από την άλλη. Επίσης, άμεση συνεπαγωγή του παραπάνω αποσπάσματος του Μαρξ είναι ότι ο άνθρωπος, δε θα περιέλθει με μεγάλη ευκολία στο βασίλειο της ελευθερίας, και όσο ζει στο βασίλειο της αναγκαιότητας, θα κατασπαταλά τους φυσικούς πόρους, πολύ περισσότερο δε όταν οι ανάγκες του θα πολλαπλασιάζονται συνεχώς.

Ένα άλλο σημείο στο οποίο εφιστά την προσοχή ο Bookchin είναι αυτό της σχέσης της κυριαρχίας επί της φύσης με την κυριαρχία ανθρώπου από άνθρωπο. Ο Bookchin διαπιστώνει από το παραπάνω παράθεμα του Μαρξ, ότι η κυριαρχία επί της φύσης συνεπάγεται την κυριαρχία επί του ανθρώπου. Μάλιστα, επικαλείται τον Max Horkheimer ο οποίος είχε αναφερθεί στην παραπάνω σχέση ως εξής:
Το ανθρώπινο ον, στη διαδικασία της χειραφέτησής του, μοιράζεται την μοίρα του υπόλοιπου κόσμου του. Η κυριάρχηση της φύσης εμπεριέχει την κυριάρχηση του ανθρώπου.[30]

Ο Horkheimer διευκρινίζει ότι το υποκείμενο, ο άνθρωπος, καλείται να καθυποτάξει τη φύση (ανθρώπινη και μη) έξω απ’ αυτό, αλλά πριν, να καθυποτάξει τη φύση μέσα του. Εκεί που θέλουμε να εστιάσουμε εμείς, είναι στη σειρά της διαδικασίας κυριάρχησης. Ο Μαρξ, φαίνεται να αποδέχεται ότι, η κυριαρχία του ανθρώπου επί της φύσης προηγείται της κυριαρχίας του ανθρώπου από τον άνθρωπο. Για να φτάσουμε τότε στο βασίλειο της ελευθερίας, αρκεί να διαλύσουμε τη δεύτερη σχέση κυριαρχίας και όχι την πρώτη. Αντίθετα, η πρώτη φαίνεται να αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το πέρασμα στο βασίλειο της ελευθερίας. Ο Bookchin ισχυρίστηκε ότι η κυριαρχία επί του ανθρώπου, προηγήθηκε της κυριαρχίας επί της φύσης,[31] θέση η οποία έδωσε ένα πραγματικά οικολογικό περιεχόμενο στη θεωρία του.

Η πίστη στην αναγκαιότητα της κυριαρχίας επί της φύσης φαίνεται να αποτελεί ένα βασικό στοιχείο της μαρξικής θεωρίας, αν και κάποιοι μαρξιστές, και συγκεκριμένα οι εκπρόσωποι της Φρανκφούρτης, αναγνώρισαν τις αρνητικές συνέπειες που είχε αυτή η στάση. Μάλιστα ο Perry Anderson, κατατάσσει τον προβληματισμό των Horkheimer και Adorno για το ζήτημα αυτό, στις «θεματικές καινοτομίες» που εισήγαγε ο δυτικός μαρξισμός.[32] Για τους Horkheimer & Adorno η κυριαρχία επί της φύσης δεν έφερε τα ευεργετικά αποτελέσματα που περίμενε ο Μαρξ. Οι Horkheimer & Adorno προτάσσουν την συμφιλίωση με τη φύση, αντί της κυριαρχίας της φύσης.[33]

Ωστόσο, η πίστη στην αναγκαιότητα για την κυριαρχία επί της φύσης, ως κομβικό στοιχείο της μαρξικής θεωρίας, δε θα εγκαταλειφθεί από τους περισσότερους οικολόγους μαρξιστές. Ο Biolat, προσπαθώντας να κρατήσει και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο, αποκήρυξε τις καταστροφικές συνέπειες της ανθρώπινης δραστηριότητας, όχι όμως και την κυριαρχική σχέση μεταξύ ανθρώπου- φύσης. Έτσι, καταδίκασε τις «ολέθριες συνέπειες» της ανθρώπινης δραστηριότητας μόνο για το λόγο ότι αυτή η δράση μπορεί να αποβεί μοιραία για τον ίδιο. Ο άνθρωπος, γράφει ο Biolat, πρέπει να προσπαθεί να κυριαρχεί όσο το δυνατόν καλύτερα πάνω στη φύση. Με τον τρόπο αυτό, εντάσσει τη συγκεκριμένη δραστηριότητα στα πλαίσια της διαρκούς αναζήτησης της εναρμόνισης των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση.[34] Αυτό που μπορούμε να αλιεύσουμε από την παραπάνω θέση είναι ότι ο άνθρωπος πρέπει να εξουσιάζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη φύση, προκειμένου να μπορεί αέναα να αντλεί απ’ αυτήν την υπεραξία. Αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε ένα αντίστοιχο παράδειγμα από το πεδίο της πολιτικής, είναι σαν να παροτρύνουμε έναν δυνάστη να εκμεταλλεύεται σε τέτοιο βαθμό τους υπηκόους του, ώστε οι τελευταίοι να παραμένουν στη ζωή για να συνεχίσουν να γίνονται αντικείμενα εκμετάλλευσης.

Ο οικολόγος μαρξιστής Reiner Grundmann, με σκέψη περισσότερο εκλεπτυσμένη από αυτή του Biolat, προσπαθεί να υπεραμυνθεί του Μαρξ χωρίς να αρνηθεί την έννοια της κυριαρχίας επί της φύσης στο έργο του τελευταίου, αλλά προβάλλοντας μια άλλη οπτική για τη σχέση αυτή. Γράφει ότι για τον Μαρξ η κυριαρχία επί της φύσης είναι αναπόσπαστο κομμάτι του κομμουνισμού. Ο άνθρωπος στην κομμουνιστική κοινωνία έχει τη δυνατότητα της αυτοπραγμάτωσης, η οποία επιτυγχάνεται όταν καταφέρνει να ελέγχει τις φυσικές και κοινωνικές συνθήκες. Επομένως, καταλήγει ο Grundmann, ο κομμουνισμός είναι το αποκορύφωμα μιας διαδικασίας αυξανόμενης κυριαρχίας επί της φύσης.[35] Για τη διαφορετική οπτική της κυριαρχίας επί της φύσης γράφει:
Όσον αφορά στη χρήση της φράσης «κυριαρχία (domination) επί της φύσης», φαίνεται να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα σχετικά μ’ αυτήν, εάν υποδηλώνει τον «συνειδητό έλεγχο». Υπό αυτή την έννοια, μιλάμε για «εξημέρωση» ενός ποταμού ή για εξημέρωση ενός άγριου ζώου.[36]
Από τα παραπάνω είναι πολύ εύκολο να συνάγουμε το συμπέρασμα ότι οι μαρξιστές, δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν παραχωρήσεις στο ζήτημα της αλλαγής της ανθρωποκεντρικής στάσης μας απέναντι στη φύση, ζήτημα τόσο σημαντικό, ήδη από τους πρωτεργάτες της περιβαλλοντικής ηθικής, όπως τον Aldo Leopold.[37] Πράγματι, ο Grundmann μας εξηγεί τη μαρξική θέση για την κυριαρχία επί της φύσης δίχως καμία διάθεση να απενοχοποιήσει τον Γερμανό φιλόσοφο από την κατηγορία του ανθρωποκεντρισμού. Ασπάζεται την άποψη του Μαρξ ότι ο άνθρωπος πραγματώνεται μέσα από τη διαδικασία του απόλυτου ελέγχου των φυσικών δυνάμεων, θέση επηρμένη, και από άποψη περιβαλλοντικής ηθικής καταδικαστέα. Επηρμένη αφού φαίνεται ότι ο άνθρωπος ποτέ δε θα μπορέσει να ελέγξει τις δυνάμεις της φύσης, όπως για παράδειγμα τους καταστροφικούς σεισμούς, και καταδικαστέα αφού διαιωνίζει την πάγια χρησιμοθηρική αντίληψη για τη φύση.

Το τελευταίο μάλιστα γίνεται αντιληπτό στο παράδειγμα που χρησιμοποιεί σχετικά με την εξημέρωση. Η «εξημέρωση» ενός ποταμού γίνεται προφανώς με στόχο να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των ανθρώπων που διαμένουν στην περιοχή δίχως να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα (ή- βάσει άλλων τάσεων της ηθικής υπεράσπισης των ζώων- τα δικαιώματα ή την αξία) και των άλλων μορφών ζωής. Παραδείγματός χάριν, μπορεί η αλλαγή της ροής ενός ποταμού προς μια κατοικημένη περιοχή να συντελέσει στην καλύτερη άρδευση των κοντινών καλλιεργειών, ταυτόχρονα όμως να προκαλέσει αναστάτωση ή ακόμα και αφανισμό πληθυσμών ζώων. Μεγαλύτερη αποστροφή για κάποιον που ασπάζεται τις βασικές αρχές της περιβαλλοντικής ηθικής προκαλεί το παράδειγμα της εξημέρωσης ζώου. Εδώ είναι ολοφάνερο ότι ο Grundmann δεν αναγνωρίζει κανενός είδους αξία στα άλλα ζώα, πέραν της εργαλειακής. Θεωρεί αυτονόητη την εξημέρωση των ζώων για την εξυπηρέτηση των ανθρώπινων αναγκών, αγνοώντας έστω το δικαίωμα της αυτονομίας των άλλων ζώων.

Αν και θα αναφερθούμε παρακάτω στο ζήτημα της αντιμετώπισης των άλλων ζώων από τον Μαρξ και τους οικομαρξιστές, είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό, να κάνουμε μια μικρή αναφορά στο θέμα, αντλώντας στοιχεία από τον πρώιμο Μαρξ και συγκεκριμένα από τα περίφημα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα. Εκεί ο Μαρξ, αφού χαρακτήρισε τη φύση ως το «ανόργανο σώμα» του ανθρώπου, έκανε μια σαφή διάκριση μεταξύ του ανθρώπου και των άλλων ζώων. Ο άνθρωπος, σύμφωνα με τον νεαρό Μαρξ, διαφοροποιείται από τα άλλα ζώα βάσει του είδους της εργασίας του. Ενώ όλα τα ζώα παράγουν, φτιάχνοντας κατοικίες ή εξασφαλίζοντας την τροφή τους, παράγουν αυστηρά προς μια κατεύθυνση, αυτή της επιβίωσής τους. Ο άνθρωπος όμως παράγει και πέρα από τις ανάγκες του και αυτή είναι η ειδολογική του διαφορά του από τα άλλα είδη. Επίσης, δεν παράγει μόνο για τις ανάγκες του είδους του, αλλά και για τις ανάγκες άλλων ειδών. Και δεν τα πράττει όλα αυτά πάντα με το κριτήριο της ανάγκης, αλλά πολλές φορές ακόμα και με το κριτήριο της ομορφιάς.[38]

Η εργασία του ανθρώπου έχει επίσης ακόμα μια διαφορά από την εργασία των άλλων ζώων. Μπορεί να μετασχηματίσει τον αντικειμενικό κόσμο ή, για να είμαστε σαφέστεροι, τη φύση. Μάλιστα, αυτός ο μετασχηματισμός είναι τόσο σημαντικός για την ανθρωπότητα, ώστε οι άνθρωποι, βλέπουν τη μετασχηματισμένη από την  εργασία τους φύση, ως δικό τους έργο, ως δική τους πραγματικότητα:
Το αντικείμενο της εργασίας είναι, επομένως, η αντικειμενικοποίηση της ειδολογικής ζωής του ανθρώπου: γιατί ο άνθρωπος αναπαράγει τον εαυτό του όχι μόνο πνευματικά στη συνείδησή του, αλλά δραστήρια και ουσιαστικά˙ και μπορεί έτσι να κοιτάζει τον εαυτό του˙ σ’ έναν κόσμο που ο ίδιος δημιούργησε.[39]

Με βάση αυτό το θεωρητικό σχήμα, ο Μαρξ αναφέρεται στην αποξενωμένη εργασία. Ισχυρίζεται ότι όταν το αντικείμενο της παραγωγής απομακρύνεται από τον άνθρωπο, τότε η αποξενωμένη εργασία του αφαιρεί το χαρακτηριστικό εκείνο που διακρίνει το είδος του από τα άλλα είδη. Το αντικείμενο της εργασίας του ανθρώπου γίνεται ένα απλό μέσο για την επιβίωσή του και έτσι ο άνθρωπος αποξενώνεται ακόμα και από το σώμα του, που είναι η μετασχηματισμένη φύση.[40]

Αν εξαιρέσουμε το αναφερόμενο στην «αποξένωση» μέρος, τότε μπορούμε να αντλήσουμε ακόμα ένα χρήσιμο συμπέρασμα για τη σύζευξη μαρξισμού και οικολογίας. Όταν ο Μαρξ θεωρεί ότι ο μετασχηματισμός της φύσης, ουσιαστικά δηλαδή ο εξανθρωπισμός της φύσης, είναι το χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα άλλα είδη, τότε είναι δυνατό να αντιληφθούμε ότι με τον τρόπο αυτό προβάλλει την ανθρωποκεντρική αντίληψη του κόσμου. Αν ο άνθρωπος, προκειμένου να ζήσει, δεν αρκείται στην παραγωγή των μέσων επιβίωσής του, αλλά πρέπει να μεταμορφώσει τον εξωτερικό κόσμο σε έναν ανθρώπινο κόσμο, τότε δεν πρέπει να απορούμε για τη σημερινή όψη του πλανήτη. Αν ζούσε σήμερα ο Μαρξ, πιθανόν θα ήταν ευχαριστημένος βλέποντας τον πυκνοκατοικημένο από ανθρώπους πλανήτη Γη, με τα αποψιλωμένα για τις ανθρώπινες ανάγκες δάση, τα πολλά και ψηλά κτήρια που έχουν τροποποιήσει δραματικά την όψη του και τους ανυπόφορους- για όλα τα είδη- θορύβους που παράγουν οι κάθε λογής μηχανές, αρκεί βέβαια να είχαν αλλάξει οι σχέσεις παραγωγής προς το συμφέρον όλων των ανθρώπων και όχι μιας δράκας κεφαλαιοκρατών. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά πράγματι φαίνεται να ευνοούν την επιβίωση του ανθρώπινου είδους έναντι κάποιων άλλων. Γι’ αυτό το λόγο η Eckersley μιλά για τον ανταγωνισμό μεταξύ της ανθρωπότητας και της φύσης στο έργο του πρώιμου Μαρξ.[41] Διότι, αν αποδεχτούμε ότι το ιδιάζον χαρακτηριστικό του ανθρώπου είναι ο μετασχηματισμός της φύσης, τότε ο άνθρωπος δε μπορεί παρά να είναι ανταγωνιστικός απέναντι στα άλλα είδη. Όπως αναφέρθηκε πριν, για τον Μαρξ, τα άλλα είδη θέλουν απλά να παράγουν για την επιβίωσή τους ενώ αυτό δεν είναι αρκετό για τον άνθρωπο. Όταν λοιπόν ο άνθρωπος επιδιώκει τον εξανθρωπισμό της φύσης, τότε έρχεται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των πληθυσμιακών ομάδων άλλων ειδών. Όταν ο άνθρωπος θέλει να κατασκευάσει μία λίμνη για να βοηθήσει την άρδευση μιας περιοχής, ή ακόμα χειρότερα για αισθητικούς λόγους, τότε είναι πολύ λογικό ότι η συγκεκριμένη κατασκευή θα προκαλέσει αναταραχή ακόμα και εξαφάνιση πληθυσμών άλλων ζώων στην περιοχή.

Ο Donald Lee εξετάζει και αυτός το ζήτημα της σχέσης του ανθρώπου- φύσης, όπως αυτή πλαισιώνεται από τη μαρξική θεωρία.[42] Ο Lee, παρουσίασε τη σχέση ανθρώπου- φύσης έτσι όπως εμφανίζεται κυρίως στον νεαρό Μαρξ, και προσπάθησε να προβάλλει μία μη ανθρωποκεντρική οπτική στο έργο του. Προκειμένου να το επιτύχει αυτό, φρόντισε να αμβλύνει τον σκληρό ανθρωποκεντρισμό του μαρξισμού. Για παράδειγμα, παραδέχτηκε ότι τόσο ο μαρξισμός όσο και ο καπιταλισμός στην εφαρμογή τους ήταν καταστροφικά πολιτικά συστήματα για τη φύση.[43] Επίσης, παραδέχτηκε ότι η φιλοσοφία του Μαρξ υποκειμενοποίησε τη φύση και έτσι την έθεσε απέναντι από τον άνθρωπο.[44]

Παρ’ όλα αυτά, ο Lee διέκρινε τον ορθόδοξο μαρξισμό από τον ανθρωπιστικό μαρξισμό (humanistic marxism). Δηλαδή ενώ αναγνωρίζει ότι η φιλοσοφία του Μαρξ είναι πολύ ανθρωποκεντρική (homocentric),[45] είναι ταυτόχρονα και ανθρωπιστική (humanistic).[46] Έτσι, παρά το ότι εντάσσει τον Μαρξ στην παράδοση του Descartes, υπό την έννοια ότι διαχώρισε το σώμα από το πνεύμα, πιστεύει ότι ο πρώτος κράτησε τις φυσικές μαζί με τις πνευματικές πλευρές του ανθρώπου μέσα στη φύση.[47] Ο Lee τέλος θα κρατήσει απόσταση από τη θέση του Μαρξ ότι ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που παράγει συνολικά τη φύση και όχι μόνο για τις ανάγκες του, όπως κάνουν τα άλλα ζώα, και θα υποστηρίξει ότι με αυτή ως αφετηρία πρέπει να ευαισθητοποιηθούμε και να νοιώσουμε υπεύθυνοι για όλα τα είδη.[48] Με τον τρόπο αυτό χρησιμοποιεί τον «ανθρωπιστικό μαρξισμό» για να προωθήσει την οικολογική ευαισθησία του ανθρώπου.

Οι απόψεις του Lee, γειτνιάζουν σε μεγάλο βαθμό με αυτές του Jean-Guy Vaillancourt, ο οποίος αν και παραδέχτηκε ότι οι Μαρξ και Ένγκελς ταλαντεύονταν μεταξύ «ενός ανθρωποκεντρικού πλαισίου και μιας νατουραλιστικής θεώρησης», υποστήριξε ότι οι δύο φιλόσοφοι δεν ήταν υπέρ της ανθρώπινης υπεροχής έναντι της φύσης με τη μορφή της λεηλασίας και της καταστροφικής εκμετάλλευσης, αλλά με τη μορφή της συνετής διαχείρισης.[49] Ακόμη όμως και αν δεχτούμε τον ισχυρισμό του Vaillancourt, φαίνεται ότι η συνετή διαχείριση δε θα λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα (ή τα δικαιώματα ή την αξία) του «ανόργανου σώματος» του ανθρώπου, δηλαδή της φύσης. Άλλωστε, η Val Routley στο άρθρο της με τον εύγλωττο τίτλο Για τον Μαρξ ως Περιβαλλοντικό Ήρωα (On Karl Marx as an Environmental Hero) εκφράζει την αντίθεσή της στην προσπάθεια του Lee να εξομαλύνει τις θέσεις του Μαρξ. Πιστεύει ότι η θέση του Μαρξ, ότι ο άνθρωπος δημιουργεί τη φύση, δεν είναι ανθρωπιστική αλλά ανθρωποκεντρική. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι ο άνθρωπος του Μαρξ δε δημιουργεί απλά τη φύση αλλά την τροποποιεί. Έτσι η φύση είναι εξανθρωπισμένη (humanized) και τροποποιημένη (transformed).[50]

Ακόμα πιο σκληρή είναι η στάση της Eckersley απέναντι στο άρθρο του Lee. Η Eckersley πιστεύει ότι η προσπάθεια του Lee να παρουσιάσει έναν «ουμανιστικό μαρξισμό» ο οποίος δεν είναι ανθρωποκεντρικός είναι αποτυχημένη. Πιστεύει ότι βάσει του ουμανιστικού μαρξισμού, που στην παράδοση αυτή εντάσσει και τον Μαρκούζε,[51] η ενότητα με την φύση έρχεται μόνο όταν ο άνθρωπος μετατρέψει τη φύση σε κατασκεύασμά του και κυριαρχήσει σ’ αυτήν.[52] Η Eckersley σε μεγάλο μέρος του βιβλίου της επιτίθεται στην προσπάθεια σύζευξης μαρξισμού και οικολογίας και θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο υποχώρησης.

Η κυρίαρχη θέση του ανθρώπου στη φύση θα προβληθεί και από τον Joel Kovel. Ο Kovel, όπως και όλοι οι οικομαρξιστές, υποστηρίζει ότι τα οικολογικά δεινά έχουν προκύψει από την ανάπτυξη του καπιταλισμού.[53] Στο ίδιο πνεύμα με τον Kovel κινείται και ο οικομαρξιστής John Bellamy Foster. Μόνο που ο Foster, με σκέψη περισσότερο εκλεπτυσμένη, αναγνωρίζει την ανάγκη να «αντικαταστήσουμε την παρούσα ανήθικη, ή στην καλύτερη περίπτωση αμοραλιστική, προσέγγισή μας για το περιβάλλον με μια οικολογική κουλτούρα και μια οικολογική ηθική.»[54] Ωστόσο, αν και ο Foster υποστήριξε την Ηθική της Γης του Aldo Leopold,[55] δεν ασχολήθηκε με τις ασυμβατότητες αυτής της θεωρίας με τον οικολογικό μαρξισμό. Αντ’ αυτού, επέμεινε στις οικονομικές απολήξεις μιας τέτοιας ηθικής, κατηγορώντας μάλιστα τους οικολόγους για το γεγονός ότι δεν ασχολούνται αρκετά με το ζήτημα, όπως και με αυτό της κοινωνικής δικαιοσύνης.[56] Είναι χαρακτηριστικό επίσης ότι, και οι δύο παραπάνω στοχαστές, δεν αναγνωρίζουν ότι η εφαρμογή του καπιταλιστικού συστήματος είναι λιγότερη υπεύθυνη για τα περιβαλλοντικά δεινά από ό,τι η ιδεολογία που ενισχύει το καπιταλιστικό σύστημα· αυτή η ιδεολογία είναι ο παραγωγισμός και η τάση του ανθρώπου να θεωρεί τον εαυτό του ως τον μοναδικό δικαιούχο για την απόλαυση των φυσικών αγαθών. Η κατηγορία του παραγωγισμού όμως, βαρύνει εξίσου τη μαρξιστική ιδεολογία και συνεπώς την καθιστά συνυπεύθυνη για τη σημερινή οικολογική κρίση.[57]

Είναι σαφές από τα παραπάνω ότι ο οικολογικός μαρξισμός, με τις μορφές που εμφανίζεται, δε μπορεί να ικανοποιήσει τη βασική συνθήκη για την αλλαγή της ανθρωποκεντρικής μας στάσης απέναντι στη φύση, έτσι όπως χαράχτηκε από τους διανοητές της περιβαλλοντικής ηθικής. O άνθρωπος δεν πρέπει να βλέπει τη φύση ως μία ανταγωνιστική δύναμη που οφείλει να την εξουσιάσει. Οι περισσότεροι οικομαρξιστές δεν αποδέχονται τα παραπάνω και έτσι εγκλωβίζονται στην ανθρωποκεντρική παράδοση. Παρακάτω θα εξετάσουμε τη στάση των Μαρξ και Ένγκελς, όπως και των οικομαρξιστών για τις ηθικές υποχρεώσεις των ανθρώπων απέναντι στα άλλα ζώα.

H ηθική αντιμετώπιση των άλλων ζώων

Ένα από τα πιο δημοφιλή ζητήματα με τα οποία ασχολούνται οι φιλόσοφοι της περιβαλλοντικής ηθικής είναι αυτό της ηθικής αντιμετώπισης των άλλων ζώων. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι υπάρχει ένας κοινός τόπος για το ζήτημα, αφού είναι χαρακτηριστικό ότι υπάρχουν διαφωνίες κυρίως με τον τρόπο στήριξης των ανθρώπινων υποχρεώσεων απέναντι στα άλλα ζώα. Μπορούμε χοντρικά να αναφέρουμε τρεις κύριες φιλοσοφικές τάσεις για την ηθική αντιμετώπιση των ζώων: τον ωφελιμισμό (Singer),[58] τη θεωρία των δικαιωμάτων (Regan)[59] και τη συμπάθεια (sympathy) (Fisher).[60] Παρά το γεγονός ότι υπήρξαν διαφωνίες για τη συμβατότητα των ολιστικών θεωριών (Ηθική της Γης, βαθιά οικολογία) με τις διάφορες τάσεις για την ηθική αντιμετώπιση των ζώων,[61] φαίνεται ότι η συμφιλίωση μπορεί να επιτευχθεί, καθιστώντας το ζήτημα της διεύρυνσης της ηθικής κοινότητας θεμελιώδες στην ευρύτερη προβληματική της περιβαλλοντικής ηθικής.[62] Προκειμένου λοιπόν να σταθμίσουμε κατά πόσο μια θεωρία, στη συγκεκριμένη περίπτωση ο οικομαρξισμός, είναι συμβατή με τα κελεύσματα της σύγχρονης προβληματικής της περιβαλλοντικής φιλοσοφίας, είναι χρήσιμο να εξετάσουμε τις απόψεις των εκπροσώπων της πάνω στο ζήτημα της ηθικής αντιμετώπισης των άλλων ζώων. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι, από τη στιγμή που οι περιβαλλοντικοί φιλόσοφοι δε συμφωνούν για το κατά πόσο τα άλλα όντα έχουν εγγενή αξία, δε χρειάζεται να περιμένουμε από τους οικομαρξιστές να υποστηρίζουν την αυταξία αυτών των όντων. Ούτε είναι υποχρεωμένοι να υποστηρίζουν την ωφελιμιστική θέση του Singer, τη θεωρία των δικαιωμάτων των ζώων ή τη συναισθηματική βάση για την ηθική αντιμετώπισή τους. Αρκεί όμως να κάνουν προφανές ότι η θεωρία τους προϋποθέτει με κάποιο τρόπο το σεβασμό των άλλων μορφών ζωής, και συνεπώς τη μη εκμετάλλευσή τους. Αυτό δε χρειάζεται να γίνεται στη βάση μιας θεωρίας της εγγενούς αξίας, αλλά στη βάση της περισσότερο ευέλικτης θέσης του σεβασμού των άλλων μορφών ζωής. Αν θέλουμε λοιπόν να εξετάσουμε τη συμβατότητα της θεωρίας του οικολογικού μαρξισμού με τις επιταγές της περιβαλλοντικής ηθικής, πρέπει να δούμε τις θέσεις των οικομαρξιστών σ’ αυτό το ζήτημα.

O Parsons παραδέχτηκε ότι ο Μαρξ ασχολήθηκε ελάχιστα με τα ζώα, ακόμα και σε αυτές τις περιπτώσεις όμως το έκανε μέσα σε ένα αυστηρά οικονομικό πλαίσιο.[63] Μάλιστα, ο Parsons δικαιολόγησε τη συγκεκριμένη μαρξική στάση υποστηρίζοντας ότι οι περισσότεροι άνθρωποι τότε αντιμετώπιζαν άθλιες συνθήκες διαβίωσης, λόγω των ασθενειών και της οικονομικής καχεξίας, με αποτέλεσμα να αποτελεί πολυτέλεια η ενασχόληση με το ζήτημα της ηθικής αντιμετώπισης των ζώων. Τέλος, ο Parsons υποστηρίζει ότι αυτοί που ασχολούνταν εκείνη την εποχή με την κακομεταχείριση των ζώων προέρχονταν από την ανώτερη κοινωνική τάξη, τάξη η οποία ήταν ανταγωνιστική με τα κοινωνικά κινήματα.[64]

Πράγματι, ο Μαρξ δεν έκανε αναφορές που να υποδηλώνουν το ηθικό του ενδιαφέρον για τα ζώα. Το αντίθετο μάλιστα. Τα ζώα είχαν καθαρά εργαλειακή σημασία γι’ αυτόν, όπως και το υπόλοιπο της φύσης. Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε αναφέρθηκε αδιάφορα στις καρτεσιανές απόψεις για τα ζώα-αυτόματα.65 Άλλωστε, ο ίδιος, στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, που θεωρούνται από τους οικομαρξιστές οικολογικό έργο, υποστήριξε ότι το ζώο είναι ταυτόσημο με τη ζωτική του δραστηριότητα, μην αναγνωρίζοντας δηλαδή καμία άλλη λειτουργία σ’ αυτά τα όντα.[66] Με ακόμα πιο ξεκάθαρο τρόπο, στη Γερμανική Ιδεολογία, από κοινού με τον Ένγκελς, αρνείται την ύπαρξη συνείδησης στα ζώα.[67] Ο Ένγκελς αναφέρθηκε στα άλλα ζώα και σύγκρινε τις δραστηριότητές τους με αυτές του ανθρώπου, προβάλλοντας τους λόγους της εξέλιξης του τελευταίου. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνούμε ότι ο Ένγκελς, όπως και ο Μαρξ, ήταν οπαδός της δαρβινικής θεωρίας, γεγονός που γίνεται φανερό και από τον τίτλο του κειμένου από όπου θα αντλήσουμε αμέσως στοιχεία. Ο τίτλος ήταν: «Ο Ρόλος της Εργασίας στην Εξανθρώπιση του Πιθήκου»,68 κείμενο στο οποίο έκανε αναφορές στη συμβολή της κρεοφαγίας για την ανάπτυξη του ανθρώπου. Ο Ένγκελς υποστηρίζει, την ούτως ή άλλως διαδεδομένη άποψη σήμερα, ότι η κρεοφαγία συνετέλεσε στην ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου και στην εξύψωσή του πάνω από τα άλλα ζώα. Ας δούμε τι λέει ο Ένγκελς για την κρεοφαγία:
Κι έχουμε πάλι εδώ ένα ουσιαστικό βήμα προς την εξανθρώπιση. Η διατροφή με κρέας περιέχει, σχεδόν εντελώς έτοιμα, τα πιο ουσιώδη υλικά που έχει ανάγκη ο οργανισμός για το μεταβολισμό του. […] αλλά το πιο σημαντικό ήταν η επίδραση της κρεοφαγίας στον εγκέφαλο, που δεχόταν σε πολύ πιο άφθονες ποσότητες από πριν τα στοιχεία που χρειαζόταν για τη διατροφή και την ανάπτυξή του και μπόρεσε έτσι να αναπτυχθεί γρηγορότερα και τελειότερα από γενιά σε γενιά. Μ’ όλο το σεβασμό προς τους οπαδούς της χορτοφαγίας, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ο άνθρωπος δεν έγινε άνθρωπος χωρίς την κρεοφαγία […][69]

Ο Ένγκελς θα συνεχίσει με τις ευεργετικές για τον άνθρωπο συνέπειες της κρεοφαγίας: ο άνθρωπος εξημέρωσε άλλα ζώα και τα χρησιμοποίησε ως οικόσιτα, μπορούσε πλέον να τρώει πολύ περισσότερες τροφές και έτσι κατάφερε να μετακινηθεί σε πολλές περιοχές του πλανήτη χωρίς να κινδυνεύει να πεθάνει από ασιτία.

Από το παραπάνω απόσπασμα μπορούμε να αντλήσουμε χρήσιμα συμπεράσματα. Δε θα σταθούμε στο επιστημονικό μέρος της υπόθεσης του Ένγκελς, στο κατά πόσο δηλαδή η κρεοφαγία συνετέλεσε στην ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι το κατά πόσο ο Ένγκελς, πρώτον νομιμοποιούσε ηθικά την κρεοφαγία, και δεύτερον, κατά πόσο αναγνώριζε κάποιου είδους αξία στα άλλα ζώα. Τα δύο ερωτήματα σχετίζονται λογικά, πράγμα όμως που δε γίνεται σαφές στη σκέψη του Ένγκελς. Έτσι ο Ένγκελς δε φαίνεται να αναγνωρίζει κανενός είδους αξία στα άλλα ζώα, τα οποία τα αποκαλεί συλλήβδην «ζώα». Αυτό άλλωστε γίνεται προφανές και από το γεγονός ότι δεν αναπτύσσει κάποιο προβληματισμό για τη χρήση οικόσιτων ζώων. Έτσι, στο πνεύμα της μαρξικής σκέψης, αντιμετωπίζει τα άλλα ζώα καθαρά εργαλειακά. Μάλιστα, η ανάλυση που κάνει στη Διαλεκτική της Φύσης, για τη διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα στο ζήτημα της εργασίας, αποτελεί μια εμπλουτισμένη επανάληψη των απόψεων του Μαρξ για το θέμα, έτσι όπως παρουσιάστηκαν στα Χειρόγραφα.[70]

Παρ’ όλα αυτά δε μπορούμε να είμαστε αυστηροί ούτε με τον Ένγκελς, ούτε με τον Μαρξ για την έλλειψη ευαισθησίας απέναντι πάνω στο ζήτημα της ηθικής αντιμετώπισης των άλλων ζώων, λόγω του ιστορικού πλαισίου. Νομιμοποιούμαστε όμως να είμαστε περισσότερο κριτικοί απέναντι στους οικομαρξιστές, αφού γνωρίζουν όλη την προβληματική που έχει αναπτυχθεί για το σεβασμό των άλλων ζώων, που δεν σχετίζεται πάντα με την απόδοση σε αυτά ίσης αξίας με αυτή των ανθρώπων. Όπως θα δούμε, οι οικολόγοι μαρξιστές δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν τέτοιου είδους παραχωρήσεις. Ενώ ο Marcuse είχε κάνει από νωρίς μνεία για την ανάγκη να μην κακομεταχειριζόμαστε τα άλλα ζώα, αφού στην αντίθετη περίπτωση η στάση αυτή «είναι το έργο μιας ανθρώπινης κοινωνίας που η ορθολογικότητά της είναι ακόμα βυθισμένη μέσα στο ανορθολογικό»,[71] οι οικομαρξιστές δεν έδειξαν την ίδια ευαισθησία. Ο Parsons έγραψε ρητά ότι:
Είναι ρεαλιστικό να εκφράζουμε ενδιαφέρον στην πράξη για τη ζωή και την ολοκλήρωση των φυτών και των ζώων μέσα σε ολόκληρο το σύστημα της φύσης και της ανθρώπινης κοινωνίας. Αλλά δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύουμε ότι ένα τέτοιο ενδιαφέρον μπορεί να εκφραστεί εντελώς ανεξάρτητα από τα ενδιαφέρον για τα ανθρώπινα όντα.[72]

Μία από τις ελάχιστες οικομαρξιστικές αναφορές στο ζήτημα των άλλων ζώων είναι αυτή του Grundmann. Ο Grundmann αφιέρωσε ένα υποκεφάλαιο άρθρου του[73] για την εξέταση της διαμάχης ανθρωποκεντρισμού- οικοκεντρισμού, και με την αφορμή αυτή αναφέρθηκε στο ζήτημα της εγγενούς αξίας. Ο Grundmann εγκολπώνεται τον ασθενή ανθρωποκεντρισμό του Bryan Norton.[74] Ο τελευταίος υποστηρίζει τη θέση ότι η προβληματική περί εγγενούς αξίας είναι λανθασμένη εξ αρχής. Ο Norton πιστεύει ότι δεν είναι σωστή η απόλυτη διάκριση εγγενούς- εργαλειακής αξίας που κάνουν οι οικοκεντρικοί φιλόσοφοι, αφού κατά την άποψή του η μία δεν ακυρώνει την άλλη. Για παράδειγμα κάτι που έχει εγγενή αξία μπορεί να έχει και εργαλειακή αξία. Επίσης υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι δεν αποδίδουμε εγγενή αξία σε ένα ον δε σημαίνει ότι μπορούμε να το εκμεταλλευόμαστε με οιονδήποτε τρόπο.

Οι θέσεις του Norton βρίσκουν σύμφωνο τον Grundmann ο οποίος καταλήγει σε μια σειρά από κοινότυπα επιχειρήματα, τα οποία κάθε άλλο παρά βοηθούν στον χαρακτηρισμό της μαρξιστικής θεωρίας ως οικολογικής. Έτσι αναπτύσσει το χιλιοειπωμένο επιχείρημα του ανθρωπομορφισμού. Σύμφωνα με τον Grundmann ο οικοκεντρισμός είναι είτε μυστικιστικός, είτε ασυνεπής. Στην πρώτη περίπτωση είναι μυστικιστικός αφού δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να δικαιολογήσει την ύπαρξη αυταξίας σε κάποια όντα, παρά βάσει ενός θεολογικού ή μυστικιστικού σχήματος. Πρέπει δηλαδή η εγγενής αξία να έχει προκύψει είτε βάσει κάποιου θεολογικού κειμένου, είτε βάσει μιας ενόρασης. Η ασυνέπεια των οικοκεντρικών κατά τον Grundmann συνίσταται στο γεγονός της ανθρωπομορφικής θέασης. Ο Grundmann διατυπώνει τη θέση ότι η οικοκεντρική οπτική είναι ασυνεπής αφού ισχυρίζεται ότι εξετάζει τα οικολογικά προβλήματα καθαρά από την οπτική της φύσης, πράγμα που είναι αδύνατο. Αυτό μάλιστα που φαίνεται να τον ενοχλεί περισσότερο είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι οι οικοκεντρικοί φιλόσοφοι κατηγορούν τους ανθρωποκεντρικούς ότι ανθρωπομορφίζουν τη φύση, στάση που κατά τον Grundmann ακολουθούν άθελά τους οι πρώτοι.[75]

Η κριτική του Grundmann δεν ευσταθεί για κανέναν από τους δύο λόγους που επικαλείται (μυστικισμός ή ασυνέπεια). Αναφορικά με τον μυστικισμό αρκεί να αναφέρουμε ότι η εγγενής αξία δεν υποστηρίζεται μόνο βάσει μιας μυστικιστικής φιλοσοφίας.[76] Όσον αφορά στην ασυνέπεια και τον ανθρωπομορφισμό, οι λόγοι για τους οποίους ο Grundmann σφάλλει είναι δύο και έχουν συζητηθεί και σε άλλο κείμενό μας.[77] Ο πρώτος έχει να κάνει με την υποκειμενικότητα της οπτικής γωνίας από την οποία ο άνθρωπος βλέπει τα πράγματα. Ο άνθρωπος, όπως και κάθε άλλο ον άλλωστε, δεν έχει άλλη δυνατότητα θέασης πέρα από τη δική του. Όσο και αν επαίρεται ότι μπορεί να έχει μια εποπτική θέαση των πραγμάτων, με κανένα τρόπο δε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μπορεί να εξασφαλίσει μια μη ανθρώπινη οπτική γωνία. Το ζήτημα της υποκειμενικής αντίληψης των πραγμάτων μπορεί να συζητηθεί από πολλές πλευρές και η πιο γνωστή ίσως είναι η θεωρία που αναπτύσσει ο Norwood Russell Hanson.[78] Ο Hanson υποστήριξε τη θέση ότι οι επιστήμονες, αλλά και όλοι οι άνθρωποι, βλέπουν τον κόσμο από τη δική τους οπτική γωνία, η οποία όμως καθορίζεται από τη θεωρία στην οποία συνειδητά ή ασυνείδητα υπακούουν. Γι’ αυτό και ο Hanson ισχυρίζεται ότι το οράν είναι ένα εγχείρημα εμποτισμένο με θεωρία (theory laden).[79]

Αν γενικεύσουμε το σχήμα του Hanson τότε μπορούμε να καταλήξουμε σε ένα χρήσιμο συμπέρασμα: όπως κάθε άνθρωπος προσλαμβάνει κάθε εισροή πληροφοριών μέσω των αισθήσεών του βάσει της θεωρίας την οποία ενστερνίζεται, έτσι και ο άνθρωπος εν γένει αντιλαμβάνεται τον εξωτερικό κόσμο βάσει του πολιτισμού μέσα στον οποίο έχει μεγαλώσει και λειτουργεί. Αν υποθέσουμε ότι υπάρχει μια γενική ανθρώπινη οπτική, γενικότερη από τους εκάστοτε πολιτισμούς, τότε ο άνθρωπος κατ’ ανάγκη κάνει χρήση αυτής της οπτικής. Συνεπώς, κανείς άνθρωπος δε μπορεί παρά να βλέπει τη φύση μέσα από το ανθρώπινο πρίσμα. Στο πλαίσιο αυτό, ο Grundmann έχει δίκιο όταν παρατηρεί ότι οι οικοκεντρικοί φιλόσοφοι βλέπουν τον εξωτερικό κόσμο μέσα από το ανθρώπινο πρίσμα. Αυτό που έχει σημασία όμως είναι ότι δε μπορούν ως άνθρωποι να πράξουν αλλιώς. Το συμπέρασμα που συνάγουμε λοιπόν είναι ότι αν θέλουμε να υπερασπιστούμε τη φύση πρέπει αναγκαστικά να το πράξουμε ως άνθρωποι και μόνο. Ο Grundmann όμως, όπως και τόσοι άλλοι ανθρωποκεντρικοί, απορρίπτουν τη δυνατότητα να υπερασπιζόμαστε τη φύση, αφού είμαστε άνθρωποι και μπορούμε να το κάνουμε πάντα ως τέτοιοι. Το ζήτημα είναι να την υπερασπιζόμαστε, έστω και με τους δικούς μας όρους, και όχι να παραμένουμε αδρανείς λόγω της ανθρώπινής μας οπτικής.

Ο δεύτερος λόγος για να απορρίψουμε τη θέση του Grundmann είναι ότι δεν είναι σωστό να υπερασπιζόμαστε μόνο τα ανθρώπινα συμφέροντα, αλλά πρέπει να αναπτύξουμε μια αλτρουϊστική συμπεριφορά απέναντι και σε άλλες μορφές ζωής. Ως παράδειγμα μπορούμε να σκεφτούμε τους διαφωτιστές του 18ου αιώνα. Οι τελευταίοι υποστήριζαν την κατάργηση της δουλείας δίχως να είναι οι ίδιοι δούλοι.[80] Έτσι, δε χρειάζεται να είμαστε αντιλόπες για να υπερασπιστούμε τις αντιλόπες.

Ένα άλλο ζήτημα που θίγει ο Grundmann είναι αυτό της διατήρησης της οικολογικής ισορροπίας. Ο Grundmann  αμφιβάλλει για το κατά πόσο γνωρίζουμε ποια είναι αυτή η ισορροπία και με ποιο τρόπο μπορούμε να συντελέσουμε για τη διατήρησή της. Ενδεικτική της ανθρωποκεντρικής του στάσης είναι η θέση που διατυπώνει σύμφωνα με την οποία η ισορροπία είναι συναρτημένη μόνο με τις ανθρώπινες ανάγκες:
Οι οικολόγοι πιθανώς να υποστηρίζουν ότι η «φυσιολογική» κατάσταση της φύσης είναι αυτή της ισορροπίας. Δεδομένου ότι δεν μπορώ να διακρίνω πώς αυτός ο ορισμός έχει νόημα χωρίς αναφορά στα ανθρώπινα συμφέροντα και τους ανθρώπινους ορισμούς, ισχυρίζομαι ότι η φύση βρίσκεται πάντα «σε ισορροπία με τον εαυτό της». Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός ποταμού στον οποίο, λόγω της ρύπανσης […] δεν είναι δυνατόν να επιβιώσουν τα ψάρια. Στη θέση, όμως, των ψαριών αναπτύσσονται άλλα ζώα και φυτά […]. Ο οικολόγος, αντιμέτωπος με αυτή την επιχειρηματολογία, πιθανώς να πει ότι αν ο ποταμός δεν μπορεί να επιστρέψει στην πρότερη («φυσιολογική») του κατάσταση με τις δικές του δυνάμεις, θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι το σύστημα είναι «σε ανισορροπία». Αλλά με τέτοια επιχειρηματολογία θα αποκάλυπτε μόνο την προτίμησή του για τους ανώτερους έμβιους οργανισμούς. Τα κατώτερα ζώα όπως τα έντομα και τα βακτηρίδια είναι συνήθως έξω από τα ενδιαφέροντα της οικολογικής σκέψης.[81]

Από τις πρώτες προτάσεις του παραπάνω αποσπάσματος μπορούμε με βεβαιότητα να εξάγουμε ένα συμπέρασμα: ο Grundmann, όπως και οι περισσότεροι οικομαρξιστές, υιοθετεί την εργαλειακή αντίληψη για τη φύση, στο πνεύμα του Μαρξ. Γι’ αυτό και είναι αδύνατο να φανταστεί την οικολογική ισορροπία χωρίς αναφορά στα ανθρώπινα συμφέροντα.

Ένα δεύτερο στοιχείο που πρέπει να προσέξουμε στο παραπάνω απόσπασμα αναφορικά με την σχετικότητα της οικολογικής ισορροπίας είναι αυτό όπου ο Grundmann αφήνει αιχμές εναντίον των οικολόγων, οι οποίοι θεωρούν το σύστημα «ισορροπημένο» όταν ευημερούν οι ανώτεροι έμβιοι οργανισμοί. Έτσι, είναι σαν να παραμελούν τα συμφέροντα των «κατώτερων» έμβιων οργανισμών όπως των εντόμων. Ο Grundmann με αυτή την επιχειρηματολογία επιτυγχάνει ένα διττό στόχο: από τη μία κατηγορεί τους οικοκεντρικούς για ασυνέπεια, αφού δείχνουν επιλεκτικότητα ως προς τους πληθυσμούς που πρέπει να ευημερούν για να χαρακτηριστεί ένα οικοσύστημα ισορροπημένο, και ταυτόχρονα δικαιώνει τη δική του ανθρωποκεντρική αντίληψη σύμφωνα με την οποία η ισορροπία μπορεί να αποτιμηθεί με κριτήριο μόνο την ανθρώπινη ευημερία.

Συν τοις άλλοις, ο Grundmann πιστεύει ότι ακόμα και αν επιδιώκει ο οικολόγος την ποικιλότητα, όπως την αρμονική συνύπαρξη και άλλων μορφών ζωής ή και αβιοτικών παραγόντων (π.χ. βράχων), δεν το κάνει για την ίδια τη φύση, αλλά για τον άνθρωπο. Υποστηρίζει ότι τα κίνητρα του ανθρώπου είναι πάντα εγωιστικού ή αισθητικού χαρακτήρα, ότι δηλαδή ο άνθρωπος για καθαρά δικούς του λόγους επιδιώκει τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Ο Grundmann με αυτό το επιχείρημα απορρίπτει ουσιαστικά την αλτρουϊστική συμπεριφορά απέναντι σε άλλες μορφές ζωής, προκαλώντας ερωτηματικά για την έννοια του αλτρουϊσμού εν γένει. Αν πιστεύει ότι ο αλτρουϊσμός μπορεί να αναπτυχθεί μόνο μεταξύ όντων του ίδιου είδους, τότε είναι ειδιστής (σύμφωνα με την ορολογία του Singer), αν απορρίπτει συνολικά τον αλτρουϊσμό, τότε υπονομεύει τη θεωρία που πρεσβεύει, δηλαδή τον μαρξισμό. Ας μην ξεχνάμε, ότι όλες οι σοσιαλιστικές θεωρίες, από τον κομμουνισμό μέχρι τον αναρχισμό, στηρίζονται στην αλτρουϊστική συμπεριφορά των ανθρώπων.

Από τα παραπάνω προκύπτει αβίαστα ότι ο Grundmann, όπως και οι περισσότεροι μαρξιστές που έχουν ασχοληθεί με την οικολογία, δεν είναι διατεθειμένος να κάνει παραχωρήσεις προς την κατεύθυνση μιας νέας ηθικής με περιβαλλοντική ευαισθησία. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αναφέρεται μάλλον περιφρονητικά σ’ αυτούς που είναι «υπέρ της ανάπτυξης μιας οικολογικής ηθικής»[82] ή ότι τονίζει ότι η «ειδική θέση της ανθρωπότητας μέσα στη φύση χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία της επί της φύσης» (υπογράμμιση δική του).[83]
 
Στο ζήτημα αυτό ο Grundmann ενισχύει τη θέση που υποστηρίξαμε στο πρώτο μέρος σχετικά με το ότι οι οικομαρξιστές θεωρούν ως ηθικά επιτρεπτή την κυριαρχία του ανθρώπου επί της φύσης. Επιπλέον, οι οικομαρξιστές δεν αποδίδουν εγγενή αξία ούτε στο σύνολο της φύσης, ούτε σε κάποιο από τα μέρη τους, πλην του ανθρώπου. Αυτή η στάση άλλωστε δικαιολογείται από τον ίδιο τον Μαρξ. Ο Deleage αφιέρωσε μερικές αράδες για να μας εξηγήσει ποια είναι η αξία της φύσης κατά τον Μαρξ, αναφέροντας ότι σύμφωνα με τη μαρξική θεωρία δεν υπάρχει εγγενής αξία στη φύση. Η αξία της φύσης ή των μερών της είναι μόνο οικονομικής φύσεως και όχι ηθικής. Όταν ο άνθρωπος μετασχηματίσει τα φυσικά αντικείμενα ή τις φυσικές πηγές, όπως τα μέταλλα, τότε αυτά αποκτούν αξία.[84] Επομένως η ανθρώπινη εργασία είναι που δίνει αξία στα πράγματα, και μάλιστα μόνο με την οικονομική σημασία του όρου «αξία».

Ο Ted Benton ο οποίος έχει προτείνει μια ανασύνθεση της μαρξικής θεωρίας προκειμένου να γίνει συμβατή με το σύγχρονο οικολογικό πρόταγμα,[85] στο άρθρο του “Ανθρωπισμός = Ειδισμός, Ο Μαρξ για τους Ανθρώπους και τα Ζώα” (“Humanism= Speciesism, Marx on Humans and Animals”),[86] προσπάθησε να δώσει απαντήσεις στα σύγχρονα ερωτήματα που θέτει η περιβαλλοντική ηθική, και συγκεκριμένα για το ζήτημα των άλλων ζώων, από μια μαρξιστική σκοπιά. Ο Benton αρχικά αναγνωρίζει ότι η πρόθεση του Μαρξ να εξανθρωπιστεί η φύση είναι προβληματική. Παραδέχεται επίσης ότι ο Μαρξ βρίσκεται στην κουλτούρα της παραδοσιακής δυτικής φιλοσοφίας που διακρίνει τον άνθρωπο από το ζώο, τη φύση από τον πολιτισμό, και το πνεύμα από το σώμα. Στη βάση αυτή, η διάκριση μεταξύ ανθρώπου και ζώων είναι σαφής, αφού ο άνθρωπος μετασχηματίζει τη φύση και παράγει όχι μόνο για τις ανάγκες του, όπως κάνουν τα ζώα, αλλά ακόμα παραπέρα. Ο Benton αφιερώνει ένα μέρος του άρθρου του για να επιτεθεί στον δυϊσμό άνθρωπος- ζώο που προβάλει η μαρξική θεωρία. Έτσι, αμφισβητεί τη θέση του Μαρξ ότι μόνο ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα για κοινωνική συνεργασία ή κοινωνικότητα. Ο Benton υποστηρίζει ακόμα ότι και άλλα ζώα έχουν την ικανότητα να συνεργάζονται και να διατηρούν κάποιου είδους κοινωνικές σχέσεις. Άλλωστε το γεγονός ότι κάποια ζώα χρησιμοποιήθηκαν από τον άνθρωπο (όπως ο σκύλος) αποδεικνύει τη δυνατότητα που έχουν να αναπτύξουν κάποιου είδους σχέσεις.
 
Στο τελευταίο μέρος του άρθρου του ο Benton επιχειρεί να ανασυγκροτήσει τη θεωρία του Μαρξ. Έτσι προτείνει να δούμε τη διάκριση μεταξύ ανθρώπου- φύσης που κάνει ο Μαρξ, όχι ως μια αντίθεση, αλλά ως μια ποιοτική διαφοροποίηση. Αυτό, υποστηρίζει ο Benton, συμβαίνει αφού ο άνθρωπος δεν ικανοποιεί μόνο τις φυσικές του ανάγκες, αλλά ταυτόχρονα και άλλες, όπως τις αισθητικές και τις γνωστικές. Για παράδειγμα, ο άνθρωπος καλύπτει την ανάγκη της πείνας, λόγω της φυσικής του ανάγκης, η οποία όμως διέπεται από κάποιους αισθητικούς και γνωστικούς κανόνες. Οι κανόνες αυτοί καθορίζονται από τον πολιτισμό του.

Ωστόσο, η προσπάθεια του Benton, να παρουσιάσει μια διαφορετική ανάγνωση του Μαρξ, δεν προσφέρει τίποτε το σημαντικό στην υποστήριξη μιας οποιασδήποτε μορφής ηθικής αντιμετώπισης των ζώων από μαρξιστική σκοπιά. Για την ακρίβεια, ο Benton θέτει, αντί των κριτηρίων της ορθολογικότητας, της γλώσσας ή του πόνου, που παρουσιάζονταν για αιώνες ως μέτρα για την ανάδειξη του ανθρώπου ως του μόνου αποδέκτη ηθικού ενδιαφέροντος, ένα άλλο κριτήριο, αυτό του πολιτισμού. Ωστόσο, θεωρείται πλέον αποδεκτό ότι και άλλα είδη ζώων έχουν αναπτύξει μορφές πολιτισμών, οι οποίοι μάλιστα παρουσιάζουν κοινά στοιχεία με τον ανθρώπινο πολιτισμό, αν βέβαια αποδεχόμαστε ότι υπάρχει ένας ενιαίος «ανθρώπινος πολιτισμός». Αυτό μάλιστα, μπορεί να αποτελέσει ένα επιπλέον επιχείρημα για την ηθική αντιμετώπιση των άλλων ζώων.[87]

Συμπέρασμα

Η σύζευξη του μαρξισμού με την οικολογία παρουσιάζει πολλά προβλήματα, κάποια εκ των οποίων (παραγωγισμός, ακραίος αντι-μαλθουσιανισμός) δεν αναπτύχθηκαν στο παρόν κείμενο για λόγους συνοχής και οικονομίας. Ωστόσο, όπως είδαμε παραπάνω, προβλήματα υπάρχουν και από τη σκοπιά της περιβαλλοντικής ηθικής. Συγκεκριμένα, οι οικομαρξιστές είναι προσκολλημένοι στην ιδέα της κυριαρχίας επί της φύσης, παραμένοντας έτσι στην ανθρωποκεντρική παράδοση. Άλλωστε, η αδιαφορία τους, ή η άρνησή τους, για τη διεύρυνση της ηθικής κοινότητας, ούτως ώστε να συμπεριλάβει κάποια τουλάχιστον από τα άλλα είδη, αποτελεί ένα επιπλέον δείγμα του ανθρωποκεντρικού χαρακτήρα της θεωρίας τους.

Ωστόσο, η προβληματικότητα του οικομαρξισμού από τη σκοπιά της περιβαλλοντικής ηθικής δεν ακυρώνει το ίδιο το πολιτικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο του μαρξισμού, ούτε αποκλείει τους θεωρητικούς μετασχηματισμούς που θα επέτρεπαν την ομαλή συνεργασία των δύο πεδίων. Όταν, ο Enzensberger δήλωσε με τον πιο σαφή τρόπο ότι ο μαρξισμός «δεν είναι μια θεωρία που την έχουμε για να παράγει αιώνιες αλήθειες»[88] δεν υπονοούσε βέβαια ότι ο μαρξισμός μάς είναι πλέον άχρηστος. Ίσως θα έπρεπε λοιπόν να αναλογιστούν οι οικομαρξιστές, αυτό που έλεγε ο Bookchin, ότι υπάρχουν νέα ποιοτικά προβλήματα που δεν υπήρχαν καθόλου στην εποχή του Μαρξ,[89] προβλήματα που δε μπορούν να βρουν τις λύσεις τους στα πλαίσια ενός μαρξισμού απαράλλαχτου απ’ αυτόν του 19ου αιώνα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Anderson, Perry, Ο Δυτικός Μαρξισμός, μτφρ. Αλέκος Π. Ζάννας, Ράππα, Αθήνα, 1978
Bahro, Rudolf, From Red to Green, Verso, London, 1984
Bahro, Rudolf, Socialism and Survival, Heretic Books, London, 1986
Benton, Ted, “Humanism=Speciesism, Marx on Humans and Animals”, Radical Philosophy, Φθινόπωρο 1988, σ.σ. 4-18
———, “Μαρξισμός και Φυσικά Όρια: Μια Οικολογική Κριτική και Ανασύνθεση” στο Α. Βλάχου, Τ. Benton & R. Grundmann, Κοινωνία και Φύση, Μια Συζήτηση για την Οικολογία, τον Μαρξισμό και την Γνωσιοθεωρία, μτφρ. Χρήστος Βαλλιάνος, Δελφίνι, Αθήνα, 1995, σ.σ. 21-100. Πρόσφατα αναδημοσιευμένο στο Ανδριάννα Βλάχου (επ.), Φύση, Κεφάλαιο και Κοινωνία, Κριτική, Αθήνα, 2007, σ.σ. 115-169
Biolat, Guy, Μαρξισμός και Περιβάλλον, μτφρ. Β. Κουριά, Αλφειός, Αθήνα, 1984
Bookchin, Murray, “Άκου Μαρξιστή!”, στο Bookchin, Murray, Άκου Μαρξιστή, Διεθνής Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1974
———, “Μαρξισμός και Αστική Κοινωνιολογία”, Κοινωνία και Φύση 2, Σεπτέμβριος- Δεκέμβριος 1992, σ.σ. 215-229
———, Remaking Society, Black Rose Books, Montreal- New York, 1990²
———, The Ecology of Freedom, The Emergence and Dissolution of Hierarchy, Black Rose Books, Montreal- New York, 19912
Bosquet, Michel, Οικολογία και Πολιτική, μτφρ. Άννα Ξανθάκη, Λιβάνη, Αθήνα, 1984
Burkett, Paul, Marx and Nature, A Red and Green Perspective, St. Martin’s Press, New York, 1999
Callicott, J. Baird, “Animal Liberation and Environmental Ethics: Back Together Again”, στο James P. Sterba (επ.), Earth Ethics, Environmental Ethics, Animal Rights and Practical Applications, Prentice Hall, New Jersey, 1995, σ.σ. 190-198
Carpenter, Geoffrey, “Επαναπροσδιορίζοντας τη Σπάνη: Ο Μαρξισμός και η Οικολογία σε Συμφιλίωση”, Δημοκρατία και Φύση 2, Οκτώβριος 1996, σ.σ. 133-156
Commoner, Barry, Ο Κύκλος που Κλείνει, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη, χ.χ.
Γεωργόπουλος, Αλέξανδρος, Περιβαλλοντική Ηθική, Gutenberg, Αθήνα, 2002
Deleage, Jean- Paul, “Eco- Marxist Critique of Political Economy”, στο Martin O’Connor (επ.), Is Capitalism Sustainable, Political Economy and the Politics of Ecology, The Guilford Press, New York- London, 1994, σ.σ. 37-52
Des Jardins, Joseph R., Environmental Ethics, An Introduction to Environmental Philosophy, Wadsworth Publishing Company, Belmont, 1997
Eckersley, Robyn, Environmentalism and Political Theory, Towards an Ecocentric Approach, UCL Press, New York, 1992
Engels, Friedrich, Η Διαλεκτική της Φύσης, μτφρ. Ευτύχης Μπιτσάκης, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 20015
Enzensberger, Hans Magnus, “Κριτική της Πολιτικής Οικολογίας” στο Enzensberger, Hans Magnus, Gorz, Andre & Markovic, Mihailo, Περιβάλλον και Ποιότητα Ζωής, Οικολογικές Μελέτες, Επίκουρος, Αθήνα, 1975, σ.σ. 7-58
Fisher, John, “Taking Sympathy Seriously”, Environmental Ethics 9, no. 3, Φθινόπωρο 1987, σ.σ. 197-215
Foster, John Bellamy, Marx’s Ecology, Materialism and Nature, Monthly Review Press, New York, 2000
———, Οικολογία και Καπιταλισμός, μτφρ. Αφροδίτη Θεοδωρακάκου, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2003
Fry, Colin, “Marxism versus Ecology”, The Ecologist, VI, 9, Νοέμβριος 1976, σ.σ. 328-332
Gare, Arran, “Soviet Environmentalism: The Path Not Taken”, στο Ted Benton (επ.), The Greening of Marxism, The Guilford Press, New York, 1996, σ. σ. 111-128
Gorz, Andre, Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Οικολογία, μτφρ. Στάθης Μπάλιας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1993
Grundmann, Reiner, “Ο Μαρξισμός ενώπιον της Οικολογικής Πρόκλησης”, στο Ανδριάννα Βλάχου, Ted Benton & Reiner Grundmann, Κοινωνία και Φύση, Μια Συζήτηση για την Οικολογία, το Μαρξισμό και τη Γνωσιοθεωρία, Δελφίνι, Αθήνα, 1995, σ.σ. 101-142. Πρόσφατα αναδημοσιευμένο στο Ανδριάννα Βλάχου (επ.), Φύση, Κεφάλαιο και Κοινωνία, Κριτική, Αθήνα, 2007, σ.σ. 171-198
Hanson, Norwood Russell, Πρότυπα Ανακάλυψης, μτφρ. Γιάννης Παρασκευόπουλος- Δημήτρης Παπαγιαννάκος- Βασιλική Κιντή, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2002
Horkheimer, Max, Η Έκλειψη του Λόγου, μτφρ. Θέμις Μίνογλου, Κριτική, Αθήνα, 1987
Horkheimer, Max & Adorno, Theodor W., Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Ύψιλον, Αθήνα, 1986
Καραγεωργάκης, Σταύρος, “Περιβαλλοντική ηθική: Μια βιολογική και ανθρωπολογική προσέγγιση για την ηθική αντιμετώπιση των άλλων ζώων”, Πρακτικά Συνεδρίου Η Φιλοσοφία Σήμερα, Πανεπιστήμιο Κρήτης, υπό έκδοση
Καραγεωργάκης, Σταύρος, Λιθοξοϊδου, Λουκία, Αραμπατζίδου, Φανή, Κουράκης, Κώστας, Γεωργόπουλος, Αλέξανδρος, “Περιβαλλοντική Ηθική και στο Σχολείο: Η Εκπαίδευση Αξιών ανοίγει Νέα Μονοπάτια”, στο Μ. Καϊλα, Ε. Θεοδωροπούλου, Α. Δημητρίου, Γ. Ξανθάκου & Ν. Αναστασάτος (επ.), Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, Ερευνητικά Δεδομένα και Εκπαιδευτικός Σχεδιασμός, Ατραπός, Αθήνα, 2005, σ.σ. 285-305
Kovel, Joel, The Enemy of Nature, The End of Capitalism or the End of the World?, Fernwood Publishing, Nova Scotia & Zed Books, London, New York, 2002
Lee, Donald C., “On the Marxian View of the Relationship between Man and Nature”, Environmental Ethics, v.2, n. 1, 1980, σ.σ. 3-16
Leopold, Aldo, A Sand County Almanac, And Sketches here and there, Oxford University Press, London- Oxford- New York, 19682
Löwy, Michael, “What is Ecososialism?”, Capitalism, Nature, Socialism, v. 16, n. 2, Ιούνιος 2005, σ.σ. 15-24
Marcuse, Herbert, Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος, μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Παπαζήση, Αθήνα, 1971
Marx, Karl, “Οι Μελλοντικές Συνέπειες της Βρετανικής Κυριαρχίας στην Ινδία”, στο Karl Marx & Friedrich Engels, Η Αποικιοκρατία την Ασία, Ινδία, Περσία, Αφγανιστάν, μτφρ. Σάββας Μιχαήλ, Άγρα, Αθήνα, 2003, σ.σ. 51-62
———, Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844, μτφρ. Μπάμπης Γραμμένος, Γλάρος, Αθήνα, 1975
———, Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, μτφρ. Παναγιώτης Μαυρομμάτης, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2002
Marx, Karl & Engels, Friedrich, Η Γερμανική Ιδεολογία, μτφρ. Κώστας Φιλίνης, Gutenberg, Αθήνα, 1989
Mellor, Mary, Breaking the Boundaries, Towards a Feminist Green Socialism, Virage, London, 1992
Μπιτσάκης, Ευτύχης, Η Φύση στη Διαλεκτική Φιλοσοφία, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2003
Norton, Bryan G., “Environmental Ethics and Weak Anthropocentrism”, στο R.G. Botzler, & S.J.  Armstrong, (eds.), Environmental Ethics, Divergence and Convergence, McGraw-Hill, New York, 1993, σ.σ. 312-313
O’ Connor, James, Natural Causes, Essays in Ecological Marxism, The Guilford Press, New York, 1998
———, “Σοσιαλισμός και Οικολογία”, Κοινωνία και Φύση 1, Μάιος- Αύγουστος 1992, σ.σ. 143-155
O’ Neil, John, “The Varieties of Intrinsic Value”, Monist 75, 1992, σ.σ. 119-137
Παπαϊωάννου, Κώστας, Φιλοσοφία και Τεχνική, Ο Διάλογος Μαρξ- Χέγκελ, τ. Α, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1994
Parsons, Howard, Marx and Engels on Ecology, Westport, Connecticut, 1977
Regan Tom, The Case for Animals Rights, University of California Press, Berkeley, 1983
Routley, Val, “On Karl Marx as an Environmental Hero”, Environmental Ethics, v. 3, n. 3, 1981, σ.σ. 237-244
Sagoff, Mark, “Animal Liberation and Environmental Ethics: Bad Marriage, Quick Divorce”, στο James P. Sterba (επ.), Earth Ethics, Environmental Ethics, Animal Rights and Practical Applications, Prentice Hall, New Jersey, 1995, σ.σ. 166-172
Singer, Peter, Animal Liberation: A New Ethics for Our Treatment of Animals. New York, New York Review/Random House, 1975
Χρήστου, Γιώργος, Η Έννοια της Κυριαρχίας επί της Φύσης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 19982
Vaillancourt, Jean-Guy, “Μαρξισμός και Οικολογία: Περισσότερο Βενεδικτιανός παρά Φραγκισκανικός”, Ουτοπία 9, Ιανουάριος- Φεβρουάριος 1994, σ.σ. 47-61
Warren, Mary Ann, “The Rights of the Nonhuman World”, στο James P. Sterba (επ.), Earth Ethics, Environmental Ethics, Animal Rights and Practical Applications, Prentice Hall, New Jersey, 1995, σ.σ. 175-189
Williams, Raymond, “Socialism and Ecology”, στο Williams, Raymond, Resources of Hope: Culture, Democracy, Socialism, Verso, London, 1989

Δεν υπάρχουν σχόλια: